Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2000 κι επτά

Αποφράδα ημέρα που θα ήθελα να μην καταγραφεί. Δεν αντέχεται ούτε σαν επανάληψη με λέξεις.Ένα στιχάκι θα υπονοήσει γι' αυτήν όσα η μνήμη αρνείται να θυμηθεί. Ουδέν άλλο σχόλιο.

ΤΑ ΞΥΡΑΦΙΑ


Και βγήκε πάλι ο καιρός με τα ξυράφια
να ‘βρει ένα σώμα ή μια μνήμη να χαράξει
κι όπως περπάταγα ανάμεσα στ’ αγκάθια
έστειλε να ’ρθει μια Στιγμή να με φωνάξει.

Κοίταξα πίσω μου και μέσα μου και γύρω
να δω ποιο λάθος κουβαλώ χωρίς να ξέρω
ποια νύχτα μ’ άφησε επάνω της να γείρω
και σαν φεγγάρι στη ζωή μου ανατέλλω.

Είδα το φάντασμα του κόσμου να γελάει
κι εγώ συνέχισα να μην καταλαβαίνω
αυτός ο δρόμος που πορεύομαι πού πάει
και τι θα΄ ρθεί, εκεί που δεν το περιμένω.

Και ήρθε δίπλα ο καιρός με τα ξυράφια
το αίμα άρχιζε στο πάτωμα να στάζει
σαν τριαντάφυλλο που κράτησε τ’ αγκάθια
κι όλα τα φύλλα στον αέρα τα μοιράζει.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου-Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2000 κι επτά

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου-Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2000 κι επτά

Το ραμαζάνι είχε αρχίσει δυο μέρες πριν φύγω στην Ελλάδα. Δεν είχα προλάβει να καταλάβω. Σ’ αυτό το διάστημα όμως μετά την επιστροφή μου, κατάλαβα.Απο την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, δεν πίνει-ούτε νερό-, δεν καπνίζει, δεν τρώει κανένας. Αποχή από το σεξ όλο το 24ωρο, όλη τη διάρκεια της νηστείας. Τα μάτια προσποιούνται αδιαφορία, τα χείλη προσποιούνται δροσιά, τα σώματα προσποιούνται ασκητική. Τα παραδοσιακά καφενεία έχουν βάψει τα τζάμια με άσπρη μπογιά, ώστε την ημέρα όλο και κάποιοι κρυμμένοι εκεί μέσα να κάνουν τον αργιλέ τους και να πίνουν το τσαγάκι τους. Στο μετρό συναντάω καθημερινά ανθρώπους όλων των ηλικιών με ένα Κοράνι στα χέρια να σιγοψιθυρίζουν τα λόγια του. Βιβλιαράκια σε όλες τις μορφές. Μικρά, μεγάλα, δερμάτινα κι άλλα σε ειδικές θήκες με φερμουάρ.
Οι ρυθμοί της πόλης έχουν αλλάξει. Τα πρωινά αργούν ν ανοίξουν τα μαγαζιά. Τα βράδια κλείνουν πάλι πολύ αργά. Η νύχτα και η ημέρα άλλαξαν θέσεις.
Λίγο πριν τη δύση του ηλίου γεμίζουν πεζόδρομοι και πεζοδρόμια με τραπέζια, όπου κάθονται όλοι γύρω γύρω με το φαγητό σερβιρισμένο ήδη και περιμένουν τη δύση του ήλιου και το κάλεσμα του μουεζίνη να πέσουν λυσσασμένοι πάνω στα φαγητά. Λίγο πριν τη δύση τίποτα δεν κινείται στην πόλη σχεδόν. Μαρμαρωμένοι όλοι περιμένουν το κάλεσμα. Όσοι δεν μπορούν ν αφήσουν τα καταστήματα τους στρώνουν κατάχαμα τα καλούδια τους και περιμένουν εκεί τη μαγική λέξη που βάζει φωτά στα πιρούνια. Αργά το βράδυ πάλι, μετά τις τρεις κι ως το ξημέρωμα βλέπεις συνεχώς ανθρώπους να τρώνε παντού, για να αντέξουν τη δωδεκάωρη καθημερινή νηστεία. Μια στιγμή είδα μια γυναίκα να λιγοθυμάει στο δρόμο και να προσπαθούν να τη συνεφέρουν χωρίς νερό. (ίσως να ήταν μεμονωμένο περιστατικό). Τις ώρες της προσευχής και ειδικά Παρασκευή πρωί, οι δρόμοι στρώνονται με χαλιά όπου όλοι γονατίζουν και προσεύχονται χτυπώντας το κούτελο στο πάτωμα. (Οι πιο θρησκευόμενοι έχουν εκ τούτου μια μελανιά στο δόξα πατρί κι αναγνωρίζονται εύκολα) Δεν τολμώ να κάνω συγκρίσεις με το γνωστό μου τελετουργικό και τη συμμετοχή του κόσμου. Οι άνθρωποι εδώ είναι παραδομένοι.
Τα σπίτια είναι στολισμένα με πολύχρωμα φανάρια στη θέση των χριστουγεννιάτικων δέντρων. Οι χριστουγεννιάτικες χρυσαφιές γιρλάντες στολίζουν βιτρίνες. Ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους να αγοράζει γιορτινά ρούχα. Πατείς με πατώ σε, πάντα μετά τις επτά. Σε κάθε αγορά γίνεται το αδιαχώρητο όπως στην Ερμού, στα Τζάμπο και στη Βαρβάκειο τις παραμονές Χριστουγέννων. Στους δρόμους παντού το αδιαχώρητο. Κι όσο πλησιάζει η τετραήμερη γιορτή-αργία του Αϊντ, τόσο περισσότερη λύσσα για ψώνια. Στα τουριστικά θέρετρα, έχουν ήδη κανονιστεί οι διακοπές με κυριότερη προτίμηση τα παραθαλάσσια της Ερυθράς θάλασσας, το Ασσουάν και το Λούξορ.
Κοντά στους ντόπιους μουσουλμάνους και οι κόπτες χριστιανοί, όπως και οι ξένοι, αποφεύγουν να καπνίζουν, να πίνουν, να τρώνε δημόσια κατά τη διάρκεια της ημέρας
για το μη εισενέγκεις αυτούς εις πειρασμόν. Και οι μέρες προετοιμασίας της γιορτής περνούν ξώφαλτσα από γύρω μου, με ένα υποχθόνιο χαμόγελο για τις ζαβολιές που γίνονται αναμφιβόλως αλλά δεν ομολογούνται.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Παρασκευή 14- Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Παρασκευή 14- Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Επέστρεψα λοιπόν. Αυτό δήλωνε η σφραγίδα στο διαβατήριο τουλάχιστον. Ξημερώματα Παρασκευής περπατάω στους γυαλισμένους γρανίτες του Ελ. Βενιζέλος. Στην ίδια γυαλάδα που πριν 20 ημέρες περίπου έπεφτε το αίμα μου πίσσα. Γύρισα να δω τα ίχνη που άφησα τουτη τη φορά. Τίποτα δεν λέρωσε το πάτωμα. Δεν κυλάει το παγωμένο αίμα. Δεν είμαι χαρούμενος. Ίσως δεν είμαι ούτε λυπημένος. Απλά «είμαι». Κοιτάω γύρω μου κι όλος αυτός ο . . . πολιτισμός μου φαίνεται χρυσό κλουβί. Πώς θα μπορούσα να νιωθω όταν επιστρέφω στο κλουβί από το οποίο κατάφερα με κόπο να δραπετεύσω. Κι ας είναι για λίγες μέρες μόνο. Η ασφάλεια του γνωστού καθησυχαστική. Αυτό μόνο. Καμια νοσταλγία για τον κόσμο γύρω μου. Ίσως μάλιστα και μια μελαγχολία γα τη ζωή που έφυγε εδώ με την αυταπάτη ότι ζω το μύθο μου.

Επέστρεψα. Στο σπίτι μου στην Αθήνα. Το βρήκα όμορφο. Με εκείνη την κρύα ομορφιά που δημιουργεί αποστάσεις. Λίγες ώρες μόνο, ίσα που πρόλαβα να δω μια φίλη πριν φύγω με το τρένο για Θεσσαλονίκη. Αυτό που κρατάω, η έλπληξη της. Η προηγούμενη φορά που ειδωθήκαμε ήταν στο αεροδρόμιο, πριν φύγω. Μα αυτήν την φορά ήταν σαν να συναντηθήκανε δυο άλλοι άνθρωποι. Αν έβαζα τις δυο αυτές εικόνες δίπλα δίπλα, η μία θα ήταν αρνητικό της άλλης.

Επέστρεψα.Στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη. Η αγκαλιά της αδερφής μου μια υπόσχεση. Ένας λόγος για να επιστρέφω. Μιλάω ακατάπαυστα. Όπως κάνουν όλοι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι όταν προσπαθούν με λόγια να περιγράψουν τη χαρά τους. Είχα καιρό να το νιώσω έτσι. είχαν καιρό να με δούνε έτσι. Κι αυτό γίνεται αντιλητπό εκατέρωθεν.

Επέστρεψα. Στον τάφο του πατέρα μου. Έκλαψα που δεν θα μάθει ποτέ πόσο καλά νιώθω επιτέλους. Που δεν θα δει το καινούργιο μου σπίτι. Του τα είπα όλα. Μου χαμογέλαγε από την φωτογραφία στην πορσελάνη. Κι έψαχνα ένα σημάδι στη φλόγα του καντηλιού, ένα τρεμοπαίξιμο, μια κουβέντα του. Ότι δεν μπόρεσα να δω, το φαντάστηκα. Μου χαμογέλαγε. Όλα καλά.

Επέστρεψα. Στη μητέρα μου. Ήρθε να με πάρει από τη στάση του τρένου. Με αγκάλιασε από μακριά με τα μάτια της. Η μυρωδιά των μαλλιών της όπως την αγκάλιαζα από κοντά, ο μυροβλήτης προορισμός μου. Οι μάνες πάντα ξέρουν. Η δική μου ήξερε τώρα πως ήταν άδικοι οι φόβοι της. Ανυπομονεί πια να έρθει στην Αίγυπτο να δει γιατί λάμπουν έτσι τα μάτια μου. Ησύχασε. Ησύχασα.

Επέστρεψα. Στους φίλους μου. Σαν στρατιώτης που γυρίζει νικητής από τη μάχη. Αυτή η επιστροφή με ξανάστειλε πίσω στην Αίγυπτο Τρίτη βράδυ ξημερώματα Τετάρτης, χαρούμενο για την αναχώρηση. Κάποιες σχέσεις θέλουν χρόνο να πάρουν μια ανάσα και να συνεχίσουν το δρόμο τους. Ή κουρασμένες πια στον ίδιο δρόμο χρόνια, να αλλάξουν δρόμο. Φεύγω κι αφήνω το χρόνο ελεύθερο. Ιδιοτροπία μου ίσως να περίμενα αλλιώς αυτην τη συνάντηση. Ένιωσα σαν να μην μπορούσαν να συμετέχουν στη χαρά μου. Σαν να με προτιμούσαν περιφερόμενη μιζέρια. Ίσως πάλι να υπερβάλλω. Θα δείξει.

Επέστρεψα. Στο Κάιρο. Με ανυπομονησία για όσα με περιμένουν. Με ανακούφιση για όσα απέφυγα. Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες δεν τους φοβάμαι πια. Δεν τους κουβαλάω μέσα μου. Κι η απαλλαγή αυτού του βάρους, δίνει φτερά στο όνειρο. Σ' αυτές τις εκλογές,ψήφισα το φεγγάρι του Καϊρου και βγήκε αυτοδύναμο.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2007

Μουσικό διάλειμμα χωρίς μουσική!!!(πάλι)

(Ξέρω, δεν έχει συγγενική σχέση με τη συνέπεια αυτό το ημερολόγιο.Θα δικαιολογηθώ απο έλλειψη προσωπικού χρόνου λόγω φιλοξενίας παρέας απο Ελλάδα. Θα επανέλθω δριμύτερος.)

ΕΔΩ ΚΑΛΑ

Ότι σκεφτόμουν ευτυχώς
σαν μια ταινία προσεχώς
που δεν κατάφερε να φτάσει στην οθόνη
κι ότι θεώρησα γραφτό
ψέμα παράλογο κι αυτό
πάνω στ’ απάτητο του μέλλοντα μου χιόνι.

Είμαι εδώ κι είμαι καλά
μου λείπουν άνθρωποι αλλά
δεν είχα κάτι να τους δώσω παραπάνω
Τώρα που μόνος περπατώ,
τη μοναξιά μου αγαπώ.
Μόνος γεννήθηκα και μόνος ας πεθάνω

Ότι φοβόμουν μια ζωή
κάποιο παράξενο πρωί
μπροστά στα μάτια μου σκορπίστηκε σα σκόνη
κι ούτε θυμάμαι πιο παλιά
τι χρώμα είχε η καρδιά.
Καινούργιο φως τώρα τη μνήμη μου τυφλώνει.

Είμαι εδώ κι είμαι καλά
βλέπω τον ήλιο να γελά
χαμογελάω και του λέω καλημέρα
Μπήκε αέρας στην ψυχή
και δεν μου καίγεται καρφί
αν το μυαλό μου βολοδέρνει στον αέρα.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2007

Πέμπτη 6-Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Πέμπτη 6-Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Οικονομία χρόνου. Είναι η μόνη οικονομία που απαιτεί το Κάιρο. Δεν περισσεύει πολύς χρόνος για να καθίσεις μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή να γράψεις για τη ζωή που περνά. Δεν θέλεις να χάσεις ούτε λεπτό από όλα όσα μπορεί να σου προσφέρει το άγνωστο. Προτιμάς να πέσεις στο ποτάμι που κυλάει και να το αφήσεις να σε παρασύρει. Και το ποτάμι εδώ είναι μακρύ, πλατύ και βαθύ. Επ’ ουδενί ξεροπόταμος. Από τις όχθες σου πετάνε λυγαριές τα παράξενα, να πιαστείς, να ξαποστάσεις και ν αφεθείς με περισσότερη ορμή μετά στη ροή. Λένε πως ποτέ δεν μπορείς να δεις το ίδιο ποτάμι δυο φορές. Εδώ δεν προλαβαίνεις καλά καλά να το δεις ούτε μία. Τα πάντα ρει κι αφήνομαι. . .
Μια στάση στα «βρώμικα». Περασμένα μεσάνυχτα μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο θα φέρει τη Φανή, εμένα και τον Αντρέα κάπου κοντά στην πλατεία Ραμσής του σιδηροδρομικού σταθμού. Σκονισμένα ερείπια μιας πολύ παλιάς αίγλης, νεοκλασικά που ξεψυχάνε χαμογελώντας, δρόμοι περισσότεροι βρώμικοι ακόμα κι από το εδώ συνηθισμένο. Τα «βρώμικα» είναι μια ψησταριά στα στενά της απόλυτης παρακμής, με πριονίδι στην άσφαλτο να ρουφάει τα λίπη. Σπεσιαλιτέ τα αρνίσια παϊδάκια. Έλα που εγώ δεν τρώω αρνί. Έρχονται στο τραπέζι μας, πριν ακόμα παραγγείλουμε, δυο σαλάτες χούμους, ένα πιάτο τουρσί διάφορα και μια ντοματοσαλάτα. Οι υπόλοιποι παραγγέλνουν παϊδάκια. Εγώ προτιμάω κόφτα, κάτι σαν το κεμπάπ του Μπαϊρακτάρη από μοσχαρίσιο κιμά. Όταν έρχεται η παραγγελιά οι φίλοι βουτάνε με τα χέρια τα καλοψημένα παϊδάκια με μια έκφραση ηδονής στα πρόσωπα τους. Ζηλεύω κι απλώνω το χέρι. Απορώ με τον εαυτό μου όταν διαπιστώνω ότι συνεχίζω να επαναλαμβάνω αυτήν την κίνηση. Σκέφτομαι πως αν με έβλεπε η μάνα μου θα έκανε το σταυρό της. Θαύμα! Τρώω αρνίσια παϊδάκια. Εγώ που ακόμα και το σουβλιστό κατσικάκι του Πάσχα, ίσα ίσα που το άγγιζα. Η μυρωδιά και η γεύση τους θυμίζουν έντονα χοιρινό. Αν δεν απαγορευόταν εδώ αυτό το κρέας, θα ήμουν σίγουρος ότι μας κορόιδεψαν. Απίστευτη γεύση. Μια πιθανή εξήγηση ίσως να βρίσκεται στο ότι βράζουν τα παιδάκια πρώτα και μετά τα ρίχνουν για ψήσιμο στα κάρβουνα. Ίσως γι αυτό δεν μυρίζουν καθόλου αρνί. Ένα κιλό παϊδάκια, ένα τέταρτο κόφτα, σαλάτες, μπόλικες πίτες αραβικές και έξι κόκα κόλες, θα ανεβάσουν το λογαριασμό στα δώδεκα ευρώ. Όσο κάνουν εννιά καλαμάκια με μια φέτα ψωμάκι στη «γωνιά» στην Ομόνοια. Ακόμα δεν μπορώ να ξεφύγω από τις συγκρίσεις. Καθισμένος σε μια βρώμικη καρέκλα, ένα βρώμικο τραπέζι, σε ένα βρώμικο δρόμο, με πολλούς βρώμικους ανθρώπους γύρω μου απολαμβάνω την πιο καθαρή γεύση. Οι μόνοι «ξένοι» εδώ, σε μια προσπάθεια να νιώσουμε λίγο κομμάτι αυτής της χώρας.

Πρέπει να κάνω ακόμα μια στάση στην παράσταση της πειραματικής σκηνής του θεατρικού οργανισμού Κύπρου στα πλαίσια του διεθνούς φεστιβάλ πειραματικού θεάτρου που γίνεται κάθε χρόνο στο Κάιρο. Μετά την αποτυχημένη παράσταση της ελληνικής αποστολής, βρεθήκαμε μια παρέα Έλληνες στο θέατρο, με πολύ χαμηλές πια προσδοκίες. «Το ημερολόγιο ενός τρελού» σε σκηνοθεσία Σπύρου Χαραλάμπους, μουσική Γιώργου Χριστοδουλίδη κι ερμηνεία του Μάριου Ιωάννου, στην κυπριακή διάλεκτο παρακαλώ. Τρεις μόλις άνθρωποι κατάφεραν λίγο πριν πέσει η αυλαία να βγάλουν δάκρυα από τα μάτια μας. Δεν είναι και το πιο συνηθισμένο να κλαις φεύγοντας από μια θεατρική παράσταση. Πόσο μάλλον όταν αυτή είναι σε διάλεκτο που αφήνει κάποια κενά κατανόησης. Εξαιρετικός ο μονόλογος του Μάριου. Ακόμα και κωφάλαλος να ήταν κανείς, το κλάμα δεν το γλύτωνε. Μιλούσε με κάθε του κίνηση. Με κάθε του παύση. Καταπληκτική παράσταση που ίσως ανέβει και στην Αθήνα. Αξίζει να τη δει κανείς.

Μετά την παράσταση, όλη η παρέα κατευθύνθηκε στο Αλ Σαράγια, ένα από τα πλωτά εστιατόρια του Νείλου. Φαγητό, κρασί και γλυκό, με θέα το φωτισμένο ποτάμι, στο ιταλικό εστιατόριο του πλοίου με όλους τους σερβιτόρους πάνω από τα κεφάλι μας. Επτά ευρώ έκαστος. Το λέω και χαίρομαι από τη μία, αλλά θυμώνω από την άλλη. Καλά τα ταβερνάκια και τα «Μήτσο, πιάσε πιάσε μια μπύρα». Αλλά είναι κρίμα να έρθεις και να περάσεις από αυτή τη ζωή με χιλιάδες Μήτσους μόνο, κι αυτούς κανένα Σαββατοκύριακο, μετρώντας και υπολογίζοντας αν φτάσουν τα ρημάδια για τις πιστωτικές κάρτες και τα τσιγάρα. Δεν είναι καθόλου άσχημα να δεις τη ζωή κι από την άλλη πλευρά. Όχι ότι είναι απαραίτητα καλύτερη. Σίγουρα είναι πιο . . . φο, αλλά να έχεις εσύ το δικαίωμα να επιλέγεις τι σου πάει περισσότερο γαμώτο μου. Ανάλογα την ώρα και τη στιγμή. Όταν θέλεις να τρως σουβλάκια στην Ομόνοια κι όταν το τραβάει η όρεξη σου, ροφό στο Μικρολίμανο. Γιατί να έρθεις και να περάσεις με τη γεύση του γαύρου μόνο; Μια και είπα ροφός, πέντε ευρώ το κιλό εδώ. Πηγαίνεις στον ψαρά, παραγγέλνεις τα ψάρια που θές, του δίνεις τη διεύθυνση σου, τα καθαρίζει, τα ψήνει στα κάρβουνα και στα φέρνει σπίτι. Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ που λέει και το τραγούδι, αλλά το «ευχαριστώ» το κρατάω για την Αίγυπτο. Για όλα αυτά τα πρωτόγνωρα που μου χαρίζει γενναιόδωρα.

Η παρέα έφυγε για την Ηλιούπολη, εγώ ξέμεινα στην πόλη, να γυρνάω στους δρόμους, να ανακαλύπτω γειτονιές στο κέντρο, καφέ που ξενυχτάνε πνιγμένα στον καπνό του ναργιλέ και στα χαμόγελα των ανθρώπων. Πόσο αβίαστα χαμογελούν εδώ οι άνθρωποι είναι απορίας άξιον. Φαντάζομαι να είχαν το ένα τέταρτο του «πλούτου» του δικού μας θα σκάγανε στα γέλια. Ίσως πάλι επειδή δεν έχουν τίποτα για αυτό να είναι τα χαμόγελα τους τόσο υπέροχα αυθόρμητα. Δεν φοβούνται μήπως χάσουν κάτι γιατί δεν έχουν τίποτα. Έτσι τη βρήκαν τη ζωή, έτσι πηγαίνουν και σιγά μη σκάσουν. Ίσως αυτό να μην είναι μοιρολατρία αλλά άσκηση σοφίας. Τι να πω; Όλη τη νύχτα περιπλανιέμαι στους δρόμους αφού αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια σπίτι. Στις έξι και μισή το πρωί, παραδόθηκα στην ευκολία του ταξί. Ο ήλιος φέγγιζε πάνω στους μιναρέδες των τζαμιών, η πόλη ξύπνησε για τα καλά αλλά εγώ είχα αρκετό περπάτημα και είχα κουραστεί. Ανατολή στο Κάιρο θα πει τρέξτε ζωγράφοι, φωτογράφοι, σκηνοθέτες, να πιάσετε τ’ άπιαστο. Κρατάω ότι μπορεί να κρατήσει το μυαλό μου. Δεν το χόρτασα.

«Στην αγορά του Αλ χαλίλι θα πουλάν τα δυό σου χείλη. . .» Θέλω δεν θέλω τραγουδάω το τραγούδι του Ζούδιαρη καθώς το ταξί με αφήνει στην πλατεία του Χαν ελ Χαλίλ με το επιβλητικό τζαμί και τα ποτάμια ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν στα στενά της αγοράς. Τα παζάρια και τα τραβήγματα αρχίζουν με το που πατάς το πόδι σου εκεί και δεν θα σταματήσουν ούτε ακόμα και στον παραδοσιακό καφενέ Ελ Φισάουι με τους πολλούς καθρέφτες που επιτρέπουν να συναντιούνται τα μάτια στις αντανακλάσεις τους. Εκεί καθίσαμε με τη Σοφία μετά την αγορά πολύχρωμων κομπολογιών από κόκκαλο καμήλας ή γιουσούρι . Στον μακρύ, ξύλινο καναπέ οι δύο μας ανάμεσα σε ξένες παρέες που περνώντας η ώρα είχαν την τάση να γίνουν μια μεγάλη παρέα. Όλοι μιλάνε με όλους, πίνοντας χυμούς μάνγκο, ροδιού ή ζαχαροκάλαμου, τσάι σε διάφορες γεύσεις και αραβικούς καφέδες.Ντόπιοι και ξένοι ένα πολύχρωμο κουβάρι. Κι ανάμεσα από τα τραπέζια οι μικροπωλητές που προσπαθούν να σου πουλήσουν από φιστίκια αράπικα μέχρι πορτοφόλια και δερμάτινα πουφ. Μια πολυτάραχη σκηνή πνιγμένη στον καπνό και τα αρώματα των ναργιλέδων, τα λόγια, τα βλέμματα, τα γέλια. Λίγο αργότερα δοκιμάζαμε λίγο πιο πάνω, κοντά στο τζαμί, στο πανκέικ ένα είδος αιγυπτιακής κρέπας ή ίσως αιγυπτιακής μπουγάτσας με κρέμα, τυριά ή κιμά. Γεύσεις που είναι κρίμα κι άδικο να τις χάνει ο ανυποψίαστος τουρίστας. Τέλος δεν αποφύγαμε να χαζέψουμε αντίκες, αληθινές και ψεύτικες στα στενά που φτάσαμε καθώς μας τραβούσαν από το χέρι οι επιτήδειοι. Η χαρά της αγοράς να αφήνεσαι να σε τραβολογούν, να σε κερνούν τσάι, να προσπαθούν να σου πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Να απαντάς Γιουνάν όταν σε περνούν για ιταλό και να εισπράττεις χαμόγελα και σκόρπιες λέξεις ελληνικές με αραβική προφορά. Γειά σου, καλημέρα, καληνύχτα, ευχαριστώ, Καραμανλής.
Καραμανλής είπα και ευκαιρία να θυμηθώ το πενθήμερο ταξίδι στην Ελλάδα για τις εκλογές. Πέμπτη βράδυ αναχώρηση με βαριά καρδιά γι αυτά που δεν χόρτασα και με βήμα βαρύ για την επιστροφή. Πάνω που συνήθιζα, έπρεπε να επιστρέψω εκεί, σ αυτά που με διώξανε ή έστω που δεν μπόρεσαν να με κρατήσουν. Δεν θα έμπαινα σ αυτό το αεροπλάνο, αν δεν ανυπομονούσα να δείξω το χαμόγελο στη μάνα μου και τις φωτογραφίες από το καινούργιο μου σπίτι, τις εντυπώσεις από την καινούργια μου ζωή, την πρόσωπο με πρόσωπο πρόσκληση να τις μοιραστεί μαζί μου για να μπορεί να κοιμάται ήσυχη αφού ο κανακάρης της δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο. Είμαι περίεργος να δω, με άλλα μάτια πια, τι ήταν αυτό που άφησα και τρόμαξα ότι το χάνω. Θα έχουν ακόμα το ίδιο χρώμα οι δρόμοι, οι πόλεις, οι άνθρωποι; Και το φεγγάρι; Πού είναι τελικά ομορφότερο;

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά


Η νύχτα έφυγε ο Χαμάντα ξαναήρθε. Πώς λέμε οι Γερμανοί ξανάρχονται; Σήμερα μου δήλωσε ότι μπορεί να καθίσει μόνο τέσσερεις ώρες. Το δέχτηκα απερίφραστα γιατί είχα και δουλειές. Του έδειξα τα ριγέ τζάμια και καθρέφτες, το χαρτί κουζίνας
και του ζήτησα να τα ξανακάνει. Μετά του εξήγησα τι να χρησιμοποιήσει λεπτομερώς στα υπόλοιπα που άφησε απείραχτα από χτες. Γιατί τα καθαρισμένα τα χτεσινά από το πολύ άζαξ είχαν γίνει. . . . αόρατα. Τουλάχιστον τα πέρασε μια φορά με νεράκι. Γι αυτό προτίμησα να συνεχίσει με τα ανέγγιχτα. Μετά από τέσσερεις ώρες δεύτερο σοκ. Το άβα για τα πιάτα είχε φτάσει στη μέση, έχοντας πλύνει λιγότερα πιατικά από όσα χωράει το πλυντήριο πιάτων. Μαύρα φίδια με ζώσανε. Όταν τον ρώτησα τι έκανε με το απορρυπαντικό πιάτων; Σαπούν ουά χλορέξ μου λέει και με νοήματα κατάλαβα ότι έβαλε χλωρίνη και απορρυπαντικό πιάτων στο σφουγγάρισμα για να κάνει αφρό και να καθαρίσει καλά.
Αποφάσισα να πάρω τον Ιμπραχίμ να καθαρίσει αυτά που καθάρισε ο Χαμάντα. Που επειδή τα καθάρισε πρώτη φορά και κουράστηκε, όταν του έδωσα 25 λίρες για το τετράωρο μου είπε σοβαρά σοβαρά δείχνοντας μου αυτά που κράταγε στο χέρι του, ότι του χρωστάω ακόμα δεκαπέντε. « Γιατί ακόμα δεκαπέντε;» ρωτάω έκπληκτος. «Χτες σαράντα» μου λέει και σαν ηφαίστειο που ξυπνά παραλίγο να του φέρω τον κουβά με την χλωρίνη και το άβα κατακέφαλα. Προτίμησα να του πω αυστηρά, όπως κατά βάθος επιθυμούσε, ότι χτες δούλεψε έξι ώρες και σήμερα τέσσερεις κι ότι εν πάσει περιπτώσει η αμοιβή του είναι κανονικά πέντε λίρες την ώρα κι αυτές χατιρικά. Έβαλε την ουρά στα σκέλια, μάζεψε τα πραγματάκια του κι έφυγε. Ένιωσα ενοχές από τη μια. Από την άλλη θυμό. Δεν ξέρω τι από τα δυο προκάλεσε το άλλο. Προσπαθώ να προσαρμοστώ σε άλλο τρόπο σκέψης. Στον αιγυπτιακό. Όταν τα καταφέρω απόλυτα, θα φύγουν οι ενοχές, θα αποκτήσω τη σκληράδα που πρέπει και θα με αποδεχτεί ο κάθε Χαμάντα. Μέχρι τότε, θα με θεωρεί ένα χαζοευρωπαίο, που μπορεί να τον κοροϊδέψει, να τον ξεγελάσει. Με δέκα ώρες δουλειά, θεός να την κάνει εκ του αποτελέσματος, πήρε εξήντα πέντε λίρες. Περίπου εννιά ευρώ. Για να γίνει κατανοητό τι εννοώ, ο μισθός του, όπως και κάθε ανειδίκευτου εργάτη εδώ, με δωδεκάωρη εργασία ημερησίως, είναι περίπου τριάντα με σαράντα ευρώ τον μήνα. Κι αν βοηθήσω κάποιον θα το κάνω όταν θέλω εγώ, όχι με το ζόρι και με κουτοπονηριές. Χαμάντα τέλος.

Μες στο αποστειρωμένο, αόρατο και σαπουνισμένο μου περιβάλλον, πέρασα την μέρα τακτοποιώντας ψώνια στην κουζίνα και ψιλοδιορθώνοντας όπως μπορούσα το πέρασμα του άσπρου σίφουνα. Το βράδυ έτοιμος και στολισμένος, συναντήθηκα με τους υπόλοιπους, φορτωθήκαμε σε ένα λεωφορειάκι όσοι χωρέσαμε, οι υπόλοιποι με ταξί και κατευθυνθήκαμε στην όπερα του Καϊρου. Αχ, Ελλάδα μου γλυκιά. . . Που είσαι να κοκκινίσεις από ντροπή για τη όπερα που δεν έχεις. Σε μια από τις ανοιχτές σκηνές της όπερας παρακολουθήσαμε την τραγωδία Τρωαδίτισσες του Ευριπίδη στα πλαίσια του διεθνούς φεστιβάλ Πειραματικού Θεάτρου που γίνεται κάθε χρόνο στο Κάιρο, από το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας και την πειραματική σκηνή του Θεσσαλικού θεάτρου. Τραγωδία από όπου και να την κοίταγες. Σχολική παράσταση θύμιζε περισσότερο. Αυτή η μία απ’ τις δύο συμμετοχές που εκπροσωπούσαν την Ελλάδα. Κρίμα. Τουλάχιστον ευχαριστηθήκαμε τους χυμούς στο καφέ των κήπων της όπερας. Είκοσι τόσοι άνθρωποι πεπλανημένοι.
Άφησα τους άλλους να φύγουν με το λεωφορειάκι που μας έφερε και πήρα τους δρόμους. Αν δεν βρέξεις τον κώλο σου δεν τρως ψάρι. Κι αν δεν την περπατήσεις, η πόλη δεν μαθαίνεται. Γύρισα σπίτι πριν τον ήλιο με τα πόδια πρησμένα από το περπάτημα. Νείλος από το Μάρριοτ ως το Σέρατον, μεϊντάν Ταχρίρ, ξάγρυπνη πόλη.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2000 κι επτά

Είχα κανονίσει από χτες με τον Χαμάντα να έρθει να μου καθαρίσει το σπίτι. Στις τρεις η ώρα ήταν εδώ. Του είπα να αρχίσει από την κουζίνα, του εξήγησα αναλυτικά τι θέλω να κάνει εκεί, μετά το μεγάλο μπάνιο και στο τέλος την κρεβατοκάμαρα μου. Τα υπόλοιπα αύριο γιατί δεν ήθελα τσαπατσουλιές, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι άραβες σπίτι τους. Του έδωσα τα καθαριστικά, χλωρίνη για όλες τις χρήσεις, απορρυπαντικό πιάτων, απορρυπαντικό για τα πλακάκια και τις βρύσες, άλλο για το ινοξ και άζαξ για τα τζάμια. Ξάπλωσα να κοιμηθώ στον καναπέ του σαλονιου ρίχνοντας ένα καθαρό σεντόνι πάνω του.
Όταν ξύπνησα ο Χαμάντα είχε τελειώσει την κουζίνα και μόλις άρχισε το μπάνιο. Καινούργιες υποδείξεις για μπάνιο και κρεβατοκάμαρα, για συρτάρια, ντουλάπες, τζάμια και τον άφησα να πάω δίπλα στην Φανή για καφέ. Όταν γύρισα λίγο πριν τις εννιά που θα έφευγε, μου έδειξε το άδειο μπουκάλι του Άζαξ. Παραξενεύτηκα. Με μια μπαλκονόπορτα και τρεις καθρέφτες τέλειωσε το άζαξ; Άντε να έκανε και το εξωτερικό της κρεβατοκάμαρας. Μπαίνω στο μπάνιο και βλέπω όλα τα άλλα απορρυπαντικά απείραχτα, εκτός από τη χλωρίνη και το άζαξ. Είχε καθαρίσει(?) πλακάκια νιπτήρες βρύσες με άζαξ. Τα τζάμια και οι καθρέφτες ήταν πασαλειμμένα γιατί με το ίδιο πανί που έκανε τα υπόλοιπα έκανε και τα τζάμια. Ούτε που σκέφτηκε να πάρει χαρτί κουζίνας. Απογοητεύτηκα. Μου τον συστήσανε για καλό. Τουλάχιστον έγινε ένα καθάρισμα, παρηγορήθηκα.
Τον ρωτάω πόσα θέλει εξηγώντας του ότι μου είπαν πέντε λίρες η ώρα. Του φαίνονται λίγα, αρχίζει τις μαλαγανιές, ότι ήταν πρώτη φορά και είχε πολλή δουλειά. Βαριέμαι να τον ακούω, τον λυπάμαι κιόλας και του δίνω σαράντα λίρες για έξι ώρες. Περίπου έξι ευρώ δηλαδή, τα διπλάσια από ότι παίρνουν άλλοι για οχτάωρο. Δεν το λέω αυτό για να δείξω τη γενναιοδωρία μου αλλά περισσότερο για να φανεί η κουτοπονηριά του στη συνέχεια. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν καταγεγραμμένο στο ντι εν έι τους από την εποχή που χτιζόταν οι πυραμίδες, το δουλικό. Θαρρείς και το έχουν ανάγκη να τους φέρεσαι έτσι. Αλίμονο σου αν τους φερθείς αλλιώς. Θα προσπαθήσουν να σε ξεκοκαλίσουν. Τεμπέληδες, βρώμικοι, κουτοπόνηροι, υποτακτικοί, υποκριτές. Δεν μιλάω για όλους τους Αιγύπτιους. Από την άλλη συναντάς χαμογελαστούς, φιλόξενους, αφοσιωμένους ανθρώπους. Μόνο η βρωμιά και η κουτοπονηριά φαίνεται να είναι σχεδόν καθολικές.
Ο Χαμάντα έφυγε η νύχτα ήρθε, μια βόλτα για φαγητό με αχόρταστα μάτια για αυτήν την σειρήνα πόλη. Αφήνομαι στη σχεδία να ταξιδέψω, να δω, να ζήσω και κυρίως να καταλάβω.