Παρασκευή 26 -Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Α’ ΜΕΡΟΣ
Το τρένο φεύγει στις οχτώ, στο τραγούδι που θυμάμαι. Το δικό μου έφυγε στις δύο. Οκτώβρης μήνας δεν θα μείνει, να μη θυμάμαι στις δύο λοιπόν, το ξεκίνημα της υπερταχείας αμαξοστοιχίας από το σιδηροδρομικό σταθμό Ραμσής του Καϊρου με προορισμό την Αλεξάνδρεια. Βαγόνι πρώτης θέσης, δίπλα στο αριστερό παράθυρο, στην πλευρά δηλαδή που τα καθίσματα ήταν μονά και άνετα.
Παράθυρο ανοιχτό στον κόσμο της εξαθλίωσης στα περίχωρα της πόλης, στα χαλάσματα και στα φαντάσματα, άσματα ασμάτων της Ουμ Καλθούμ που στεγνώσανε στον αέρα μαζί με τα σκισμένα ρούχα της μπουγάδας. Κι έξω από την πόλη, φελάχοι και φελάχες, στα όρια των περιβολιών, βουτηγμένοι ως τα γόνατα στα λασπόνερα με το ’να χέρι να κρατάει την κελεμπία στεγνή. Οι φελάχες των τραγουδιών, ονειρώξεις στιχοπλόκων, βλέμματα διεισδυτικά ποιητών ίσως, που κατάφεραν να βρούνε την ομορφιά κρυμμένη κάτω από τη σκόνη της υπαίθρου που ψήνει τα πρόσωπα στον ήλιο. Κανάλια, χαλάσματα, περιβόλια, σκουπίδια, φτώχεια, χαμόγελα, φωνές, μια καθημερινότητα αβάσταχτη αλλά κραταιά ως αγάπη.
Δυο ώρες αργότερα όπως ήταν προγραμματισμένο, το τρένο έμπαινε στην πόλη. Τα παιδιά το κοίταζαν σαν να ‘βλεπαν τον Αϊ Γιώργη καβάλα στ’ άλογο. Σούφρωναν τα ματάκια τους που τύφλωνε ο ήλιος και έστελναν χαμόγελα φαφούτικα, κουνώντας τα χέρια και τρέχοντας παράλληλα, όπως τρέχουν τα σκυλιά καμιά φορά στο κατόπι των αυτοκινήτων κι όπως όλα τα παιδιά του υπαίθριου κόσμου. Τέσσερεις και δέκα ακριβώς το τρένο σταμάτησε στο σταθμό.
Παραδόθηκα αμαχητί στον πρώτο ταξιτζή που με κυνήγησε για να με πάει στο ξενοδοχείο, ενάμισι χιλιόμετρο δρόμου πιο πέρα. Διαδρομή που δεν άξιζε ούτε τρεις λίρες, ζήτησε επτά, του έδωσα δέκα, δεν είχε ψιλά για ρέστα. Παγκοσμιοποιημένο το κύτταρο του ταρίφα τελικά. Το ξενοδοχείο στην πλατεία Ζαγκλούλ, πενήντα μέτρα πιο πέρα από το πολυτελές Σόφιτελ και στο ένα δέκατο της τιμής. Ξενοδοχείο λέω και δεν ξέρω αν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι εννοώ μια επταώροφη παλιά πολυκατοικία με γραφεία και κατοικίες. Και πάνω σ’ αυτήν μια πρόσθετη τριώροφη, λίγο πιο καινούργια, το ξενοδοχείο. Στον όγδοο όροφο η υποδοχή και το καφέ-εστιατόριο με θέα στη Μεσόγειο, στον ένατο όροφο το μονόκλινο δωμάτιο μου. Καθαρό, λιτό κι απέριττο.Ένα διπλό κρεβάτι, ένα κομοδίνο, ένα τραπέζι με επιτοίχιο καθρέφτη και μια καρέκλα τα μόνα έπιπλα του αλλά ευτυχώς ολοκαίνουργια. Τηλεόραση και ψυγείο συμπληρώνουν τον εξοπλισμό. Το μπάνιο πρόσφατα ανακαινισθέν, με τα αυτοκόλλητα χαρτιά της μπανιέρας να μην έχουν ξεκολλήσει ακόμα. Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω στο μπαλκόνι. Μπροστά μου μια μεγάλη πλατεία και μπροστά στην πλατεία η Μεσόγειος. Θάλασσα. Θεσσαλονίκη. Αυτόματος συνειρμός.
Ναι, είμαι τριήμερη εκδρομή στη Θεσσαλονίκη της Αιγύπτου. Την παραθαλάσσια, μαγική συμπρωτεύουσα, με τα ελληνικά ονόματα-ακόμα- στις επιγραφές των μαγαζιών. Με τα υπέροχα κτήρια που εκδικείται ο χρόνος. Παλιές, άλυτες διαφορές. Παρ’ όλη την εκδικητική μανία του όμως, τα βλέπεις να υψώνουν το παράστημα τους, σαν στρατηγοί απόμαχοι με όλα τα παράσημα στο στήθος. Ποιος είπε ότι μόνο τα δέντρα πεθαίνουν όρθια.
Πρώτη βραδιά αφήνομαι στους δρόμους να με πάνε όπου θέλουν κι όπου ξέρουν αυτοί. Οσμίζομαι σαν το σκυλί τις γειτονιές, προσπαθώντας να υποθέσω που τριγύριζε ο ποιητής, ποιος δρόμος τον πήγαινε σπίτι του, σε ποιου καφενείου τελικά τη σκιά καθόταν ο γέροντας. Όταν κουράστηκα στο περπάτημα, μη μπορώντας να σταματήσω τη βόλτα μου, ανέβηκα στην άμαξα με το άσπρο άλογο και τον Μαχμούτ αμαξηλάτη, να συνεχίσω ακόμα πιο πέρα μέχρι σχεδόν το φρούριο του Κάιτ Μπέη. Η δροσιά της θάλασσας με ανατρίχιαζε καθώς χτυπούσε η αύρα της πάνω μου. Με κοντομάνικο βράδυ στην παραλία; Ε, δεν είναι και Κάιρο. Η Μεσόγειος τέλη Οκτώβρη δείχνει τα δόντια της από όποια μεριά κι αν την κοιτάς. Μετά την έφιππη βόλτα και ένα σύντομο δείπνο, τυλιγμένος στη ζεστασιά της ζακέτας μου που πήρα από το ξενοδοχείο, περιπλανήθηκα στο παζάρι και συνέχισα να περπατώ στους κάθετους δρόμους της παραλίας αργότερα, σε μια ατέλειωτη τεθλασμένη πορεία, μόνος σχεδόν πια μετά την πρώτη μεταμεσονύκτια ώρα. Σταμάτησα μόνο όταν δεν άντεχα άλλο και επέστρεψα στο ξενοδοχείο.
Πρωί Σαββάτου το ξυπνητήρι χτυπούσε από τις δέκα. Χρειάστηκα μισή ώρα για να πω ότι ξύπνησα. Ανακάθισα στο κρεβάτι, άναψα τσιγάρο και το βλέμμα μου χάθηκε στη θάλασσα που απλώνονταν έξω από την πόρτα. αφού χορτάσανε τα μάτια μου την ανέλπιστη θέα που προσέφερε το κρεβάτι του φτηνού ξενοδοχείου, ντύθηκα με όρεξη και πήρα τους δρόμους. Στον τουριστικό οδηγό είχα εντοπίσει εν τω μεταξύ, μετά από τόση νυχτερινή περιπλάνηση, το σπίτι του Καβάφη, πέντε δρόμους πιο πάνω από το ξενοδοχείο.
Οδός Σαρμ ελ Σέιχ 14. Μια τετραώροφη οικοδομή που την είδα αρκετά περιποιημένη σε σχέση με την προηγούμενη φορά που είχα φτάσει εδώ ως τουρίστας. Δίπλα στην είσοδο , επιγραφές ενημερώνουν ότι ΕΔΩ έζησε ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης, στο δεύτερο όροφο όπου βρίσκεται πια το μουσείο του. Ανεβαίνοντας τις σκάλες επιστρατεύω όλα τα αποθέματα ενσυναίσθησης, προσπαθώ να νιώσω ό, τι ένιωθε επιστρέφοντας, αυτός που φόρτισε την προστακτική του ρήματος της επιστροφής. Επειδή στο σπίτι αυτό έζησε τα τελευταία 25 χρόνια ης ζωής του, τον φαντάζομαι μεσήλικα, κουρασμένο να κρατιέται από την πλατιά ξύλινη κουπαστή και να ανεβαίνει τις σκάλες με το μυαλό στο τελευταίο βλέμμα που συνάντησαν τα μάτια του πασπαλισμένο από τα μυρωδικά της ηδονής.
Η πόρτα του σπιτιού κλειστή. Χτυπάω το κουδούνι και νιώθω ότι θα μου ανοίξει ο ίδιος. Τι απρέπεια να μην κρατάω ένα κουτί γλυκά! Τουλάχιστον κρατάω μια ανθοδέσμη από εικόνες που μάζεψα τόσα χρόνια από τους κήπους του. Ανοίγει ο φύλακας. Δέκα λίρες το εισιτήριο. Κι αμέσως μετά ακούω τον ποιητή να έρχεται με όλες τις λέξεις του φορτωμένος από ένα δωμάτιο, ακουμπισμένος γλυκά στη φωνή της Λαμπέτη. Επέστρεφε συχνά και παίρνε με. . . Μόνος επισκέπτης κι αδιάκριτος εν τη απουσία του, ανακαλύπτω πάλι τους προσωπικούς του χώρους. Την κρεβατοκάμαρα με το σιδερένιο κρεβάτι και το μεγάλο εικονοστάσι, τη λάμπα, το λαβομάνο, τη μικρή βιτρίνα. Βγαίνω στο μπαλκονάκι της και χαζεύω το δρόμο. Το ίδιο στενό που αγνάντευε κι αυτός με το νοσοκομείο απέναντι και την εκκλησία λίγο πιο πέρα. Στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, ένα από τα μπορδέλα της γειτονιάς. Μπορδέλο, νοσοκομείο, εκκλησία, συστατικά μιας γειτονιάς που επέλεξε, όπως έλεγε, για να νιώθει ότι έχει ό, τι χρειάζεται ένας άνθρωπος. Η υποδοχή του σπιτιού ένας μακρύς φαρδύς διάδρομος που άλλοτε λειτουργούσε ως σάλα. Αριστερά η κρεβατοκάμαρα. Μπροστά στην είσοδο ένα δωμάτιο με εκθέματα βιβλίων και παρατεταγμένα δίπλα προς τα δεξιά άλλα δύο δωμάτια, που επικοινωνούν μεταξύ τους και με εσωτερικές πόρτες. ο ένα εξ αυτών αφιερωμένο στον άλλο γέροντα της πόλης, τον Στρατή Τσίρκα. Δεξιά αυτών, το γωνιακό δωμάτιο, το γραφείο του ποιητή. Κι ακόμα δεξιότερα η κουζίνα που πια λειτουργεί ως αποθήκη και δύο τουαλέτες.
Αφού περιηγήθηκα λεπτομερώς σε κάθε γωνιά του σπιτιού, ήπια τσάι με τον Μοχάμεντ, τον φύλακα και θαυμαστή του Καβάφη. Δεν ξέρω αν στ’ αλήθεια θαυμάζει το έργο του. Μάλλον από ευγνωμοσύνη μιλάει με τόση θέρμη για τον απόντα που του έλυσε το βιοποριστικό του πρόβλημα, δίνοντας του δουλειά. Σημασία έχει ότι σέβεται και το πρόσωπο που έζησε εκεί και το χώρο. Στο σπίτι έφτασα στις έντεκα το πρωί. Ρούφηξα όση ενέργεια βρήκα κρυμμένη στους τοίχους προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τον κώδικα των μυστικών τους καθώς η βίζιτα μου έγινε αρμένικη. Έμεινα μέχρι τις τρεις το μεσημέρι που ο Μοχάμεντ διπλομαντάλωσε την πόρτα. Διακόπηκε από ορδές Ελλήνων και Κυπρίων τουριστών που αντιμετώπισαν ασεβώς τον χώρο ως τουριστική ατραξιόν. «Αν το ’ξερα δεν θα ανέβαινα τόσες σκάλες.». «Και σιγά. Τι είν αυτό που μας φέρανε;». «Πώς είπαμε ότι τον λένε;». «Καλέ αυτός ήταν αδερφή!!!».Ντράπηκα. Όχι για όσα άκουγα. Αλλά για τα χαστούκια που δεν έριξα.
Πριν φύγω ο Μοχάμεντ μου έφερε το βιβλίο επισκεπτών να υπογράψω. Μου έδειξε ένα ράφι όπου υπήρχαν κι όλα τα παλιότερα. Θυμόμουν ότι στην πρώτη μου επίσκεψη εδώ ήταν Ιούνιος. Δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν το 1997 ή το 1998. Ψάχνοντας στα παλιότερα βιβλία επισκεπτών διαπίστωσα ακόμα μια φορά πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός. Βρήκα την υπογραφή μου στις 25 Ιουνίου του 1994! Συγκινήθηκα από αυτήν τη συνάντηση, διαβάζοντας το μήνυμα που είχε αφήσει ο τότε μου εαυτός. «Σαν να βρέθηκα στον Πανάγιο τάφο της Ποίησης. . . Στο σπίτι του ποιητή που με σημάδεψε.»Τελικά κάποια συναισθήματα δεν αλλάζουν στο χρόνο.
Φεύγοντας με τον Μοχάμεντ, μου έδειξε την πόρτα του ημιυπόγειου μπορδέλου εσωτερικά της εισόδου. .Το ύψος της ένα μέτρο και κάτι εκατοστά. Μόνο σκυφτός μπορούσε να μπει κάποιος. Σκυμμένο το κεφάλι απαιτεί ο έρωτας. Ακόμα κι αυτός ο αγοραίος. Πληροφορήθηκα ότι πίσω από την πόρτα βρίσκεται ένας στενόμακρος χώρος υποδοχής που οδηγεί σε ένα μικρό κι ανήλιαγο δωμάτιο, όπου τα κορίτσια δεχόταν κάποτε τα βιαστικά ξεσπάσματα των πελατών. Κι αναλογίστηκα πώς είναι να επιστρέφεις σπίτι σου και να βλέπεις λιγούρικα κορμιά να προσκυνούνε στο πορτάκι, και ντροπαλά μάτια να εξέρχονται. Και να μην είσαι ποιητής, δεν μπορεί, κάτι θα γράψεις. . .
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007
Παρασκευή 26 -Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2000 κι επτά-- Α' ΜΕΡΟΣ
Τρίτη 16- Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Τρίτη 16- Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Μέρες που περνούν αφήνοντας ανεπαίσθητα ίχνη. Η τετραήμερη ανακωχή τράβηξε μια καμπύλη γραμμή σ’ αυτόν το χρονικό κύκλο, κι έγινε φατσούλα που χαμογελάει. Που μπορεί να χαμογελάει. Το μυαλό βουτάει σαν φτερό μες στο μελάνι κι όταν βρίσκει χρόνο κενό τον συμπληρώνει υπαγορεύοντας συνταγές για φάρμακα και φαρμάκια. Η κόλασή μου, πετάει τις φλόγες της κι ότι καεί τελικά, ήταν χάρτινο. Στις στάχτες του θα χορέψω και θα θεμελιώσω μια ψευδαίσθηση παράδεισου. Οι ξένες πόλεις, οι δικοί μας άνθρωποι, οι ξένοι άνθρωποι, οι δικές μας πόλεις που μας ακολουθούν, μια αόρατη πορεία φαντασμάτων στο επέκεινα. Οι αλυσίδες που χτυπούν, μουσική που ψάχνει λόγια. Της τα παραδίδω. . .
Η κόλασή μου είναι οι άλλοι*,
όσοι αγάπησα και μ’ αγαπούν.
Στον ουρανό μου μαύρο φεγγάρι
βγαίνω και ψάχνουνε για να με δουν.
Παράδεισός μου μια ξένη πόλη.
Μάταια βήματα στο πουθενά.
Σκυλιά και γάτες συνοδοιπόροι,
ήλιος να καίγομαι στην ερημιά.
Σαν το χαρτάκι σ’ άδειο μπουκάλι,
μήνυμα αδιάβαστο είν’ η καρδιά.
Η κόλασή μου είναι οι άλλοι.
Παράδεισός μου, η μοναξιά.
*Σαρτρ
Μέρες που περνούν αφήνοντας ανεπαίσθητα ίχνη. Η τετραήμερη ανακωχή τράβηξε μια καμπύλη γραμμή σ’ αυτόν το χρονικό κύκλο, κι έγινε φατσούλα που χαμογελάει. Που μπορεί να χαμογελάει. Το μυαλό βουτάει σαν φτερό μες στο μελάνι κι όταν βρίσκει χρόνο κενό τον συμπληρώνει υπαγορεύοντας συνταγές για φάρμακα και φαρμάκια. Η κόλασή μου, πετάει τις φλόγες της κι ότι καεί τελικά, ήταν χάρτινο. Στις στάχτες του θα χορέψω και θα θεμελιώσω μια ψευδαίσθηση παράδεισου. Οι ξένες πόλεις, οι δικοί μας άνθρωποι, οι ξένοι άνθρωποι, οι δικές μας πόλεις που μας ακολουθούν, μια αόρατη πορεία φαντασμάτων στο επέκεινα. Οι αλυσίδες που χτυπούν, μουσική που ψάχνει λόγια. Της τα παραδίδω. . .
Η κόλασή μου είναι οι άλλοι*,
όσοι αγάπησα και μ’ αγαπούν.
Στον ουρανό μου μαύρο φεγγάρι
βγαίνω και ψάχνουνε για να με δουν.
Παράδεισός μου μια ξένη πόλη.
Μάταια βήματα στο πουθενά.
Σκυλιά και γάτες συνοδοιπόροι,
ήλιος να καίγομαι στην ερημιά.
Σαν το χαρτάκι σ’ άδειο μπουκάλι,
μήνυμα αδιάβαστο είν’ η καρδιά.
Η κόλασή μου είναι οι άλλοι.
Παράδεισός μου, η μοναξιά.
*Σαρτρ
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007
Παρασκευή 12-Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2000 κι επτά--B' ΜΕΡΟΣ
Παρασκευή 12-Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
ΜΕΡΟΣ Β
Σίουα λοιπόν. Μια όαση πραγματική στη μέση της ερήμου. Τα χαλάσματα της παλιάς πόλης φωτισμένα λάμπουν μες στο πρώτο μας βράδυ εκεί. Μια πόλη από λάσπη που επεκτάθηκε κάθετα, χτίζοντας τριώροφα από λάσπη για να μη βγει έξω από τα όρια της, παρασύρθηκε μια νύχτα του 1926 από μια επίμονη νεροποντή κι έλιωσε στην κυριολεξία. Λιωμένα χαλάσματα λοιπόν, φωτισμένα, ένας λόφος με στενά σοκάκια για να περπατούν τα φαντάσματα της ερήμου. Κι ένα καφέ χτισμένο εκεί, σε μια ξύλινη εξέδρα με θέα την πλατεία της καινούργιας Σίουα από τη μια και τις ξεραμένες λάσπες από την άλλη.
Οι βεδουίνοι έχουν μια παλικαριά στα πρόσωπα τους που την έχουν συνήθως οι βουνίσιοι άνθρωποι. Ίσως τα βουνά της άμμου που συναντάει κάθε μέρα το βλέμμα τους. Τα φλεγόμενα βουνά, για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Φορούν τις καλές τους κελεμπίες, τις «χριστουγεννιάτικες», από γυαλιστερή ποπλίνα. Σκαμμένα πρόσωπα, βλέμματα βαθιά και ευθεία. Μάτια πολλάκις πράσινα και ενίοτε ξανθά μαλλιά. Νέγρικα μαλλιά, ξανθά αλλά κατσαρά. Οι άντρες της όασης. Οι γυναίκες σπάνια κυκλοφορούν εκτός σπιτιού. Κι όσες είδαμε έμοιαζαν περισσότερο με μπόγους, χαμένες κυριολεκτικά μες στην μπούργκα τους όπως καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα οκλαδόν στην καρότσα που έσερναν τα γαϊδουράκια. Καρότσα με ελαστικά αυτοκινήτου τις περισσότερες φορές, το κυριότερο όχημα μεταφοράς στην όαση αυτή, είτε ιδιωτικής χρήσης, είτε δημοσίας, είτε ταξί. Στολισμένες με λογής λογής πλαστικά, φανταχτερά λουλούδια και χάντρες και με μια μικρή τέντα στα ταξί να ανακατεύουν τη σκόνη στους δρόμους. Πολλά ποδήλατα επίσης, πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, το ίδιο κι ακόμα περισσότερο στολισμένα , ένας απίστευτος ανταγωνισμός, που όμως όσο και να ήτανε κιτς, ταίριαζε στο τοπίο αφού μπορεί να θεωρηθεί ενσωματωμένο πολιτιστικό του στοιχείο.
Το επόμενο πρωί, η εικόνα συμπληρώθηκε από τα στολισμένα κοριτσάκια, σαν να επρόκειτο για μια τρελή βραδιά καρναβαλιού, όπου άλλο ήτανε ντυμένο βασίλισσα της νύχτας, άλλο βασίλισσα του χιονιού, άλλο Χιονάτη κι άλλο Σταχτοπούτα στο χορό του πρίγκιπα. Σατέν, τούλια, χάντρες, πούλιες κι οτιδήποτε λαμπιρίζον έγινε ρούχο τους και συμπληρώθηκε με τα αμέτρητα πλεξιδάκια στο κεφάλι και τα πολύχρωμα κι αμέτρητα επίσης τσιμπιδάκια. Τα αγοράκια φορούσαν όλα τις καλές τους κελεμπίες κι ένα μαύρο κεντητό γιλέκο από πάνω. Τύφλα νάχει το καρναβάλι του Ρίο-που δεν έχει Αντίρριο-.
Το μεσημέρι αυτής της μέρας μετά από ένα ελεύθερο πρωινό για περιήγηση στα λιγοστά μαγαζάκια, πήγαμε για φαγητό στο σπίτι του Βεδουίνου ξεναγού. Σε ένα δωμάτιο άδειο από έπιπλα, στρωμένο με κιλίμια, και δυο στενόμακρα πολύ χαμηλά τραπέζια, πήραμε το γεύμα μας, καθισμένοι οκλαδόν γύρω γύρω. Μπουτάκια κοτόπουλου, τοπικό ρύζι, μπάμιες με συκωτάκια πουλιών, λίγα τουρσιά, αγκινάρες, χούμους. Μετά το φαγητό, απαραίτητα το τσάι μας, σε μικρά κρασοπότηρα. Ακολούθησε η φυγή προς την έρημο.
Λίγα μέτρα έξω από το χωριό, τα τρία τζιπ που επιβιβάστηκε η παρέα σταμάτησαν να αφαιρέσουν αέρα από τα λάστιχα, να μπορούν να κινηθούν ευκολότερα στην άμμο. Λίγο μετά τις δύο, είδαμε τι θα πει έρημος. Έρημο κάθε λεξιλόγιο για να περιγράψει αυτό που μας περίμενε. Μπεζ της άμμου, γαλάζιο του ουρανού. Τίποτα άλλο. Το χτεσινοβραδινό αεράκι είχε σβήσει όλα τα ίχνη της προηγούμενης μέρας κι είχε αφήσει τα δικά του σαν κύματα πάνω στη άμμο. Βουνά άμμου δεξιά κι αριστερά, να παίζουν με τις σκιές τα χρώματα, υψώματα μεγάλα και κατηφοριές απότομες όπου βουτούσαν τα τζιπ ένα ένα κάθετα, σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο. Φωνές και γέλια, σαν να μας πήγαμε εκδρομή στο ρώσικο τρενάκι του λούνα παρκ, μια ντουζίνα μαντράχαλοι, μια ντουζίνα παιδιά αφυπνισμένα, που κυλίστηκαν στην άμμο, παίξανε με τα νερά των πηγών, φωτογράφισαν, φωτογραφήθηκαν, μάζεψαν απολιθωμένα κοχύλια-ναι, κάποτε εδώ ήταν θάλασσα-, είδαν τον ήλιο να πνίγεται στην πορτοκαλί πια άμμο, τη νύχτα να έρχεται, τα αστέρια και οι γαλαξίες να δίνουν παρόν, άλλα να πέφτουν κουρασμένα από το στερέωμα. Και τα παιδιά να επαναλαμβάνουν συνεχώς την ίδια λέξη. «Απίστευτο! »
Κατασκηνώσαμε στις παρυφές ενός αμμόλοφου. Τα τρία θεόρατα τζιπ, σχημάτισαν ένα πι κι εκεί ανάμεσα στρώθηκαν οι κουρελούδες και οι κουβέρτες όπου κοιμηθήκαμε μετρώντας τ’ άστρα και ξυπνήσαμε το άλλο πρωί με τη διαπίστωση ότι είμαστε πολλοί μικροί ακόμα για να μπορέσουμε να μετρήσουμε όλα αυτά που είδαμε. Εκεί που το βράδυ ανάψαμε φωτιά για να μαγειρέψουμε μια σούπα από λαχανικά και ρύζι πιλάφι και σαλάτες,εκεί γύρω φάγαμε, εκεί χορέψαμε τραγουδώντας, εκεί ψήσαμε το πρωί το τσάι μας. Τσάι στη Σαχάρα, χωρίς καμιά υπερβολή. Μόνοι μια χούφτα άνθρωποι, σε ένα απέραντο τοπίο άμμου κι ουρανού, απειροελάχιστοι κοντορεβιθούληδες εκστασιασμένοι. Δεν μπορεί. Υπάρχει θεός.
Ποια τύχη θα μπορούσε να το δημιουργήσει όλο αυτό. . . . Η πίστη που πάντα σώζει τον άνθρωπο από το ακατάληπτο. Μια τελευταία βόλτα με τα τζιπ το πρωί κι επιστροφή στην όαση, με αχόρταστα τα μάτια και μαγεμένο το μυαλό από τα ξωτικά της ερήμου, να υπόσχεται στο σώμα πως θα επαναλάβει τα ίδια βήματα το συντομότερο.
Οι πηγές της Κλεοπάτρας, το ιερό του Άμμωνα Δία που είχε επισκεφτεί κι ο Μεγαλέξανδρος, κάτι ρωμαϊκά κοιμητήρια, μια άλλη ερειπωμένη πόλη που είδαμε στη συνέχεια δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν πια το θαυμασμό μας. Τα μάγια της ερήμου παρέμειναν άλυτα.
Ο δρόμος της επιστροφής μας φάνηκε ατέλειωτος. Πώς να κουβαλήσεις τόσες βαριές καρδιές επτακόσια τόσα χιλιόμετρα; Το γαλάζιο της Μεσογείου που κουνιόταν να μας δείξει τη δική της σαγήνη, ευχάριστο αλλά λίγο. Κι εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, βρεθήκαμε στο μποτιλιάρισμα της επιστροφής, περιπλανώμενοι μιάμιση ώρα μες στην πόλη με βηματισμό χελώνας , προσπαθώντας να αποτινάξουμε από το μυαλό μας την μαγική άμμο που όταν πας να την πιάσεις γλιστράει μέσα από τις χούφτες σου κι όταν δεν τη θέλεις κολλάει επάνω σου, γιορτινό πουκάμισο. «. . . το τραγούδι της ερήμου που θα μ’ ακολουθεί. …»
ΜΕΡΟΣ Β
Σίουα λοιπόν. Μια όαση πραγματική στη μέση της ερήμου. Τα χαλάσματα της παλιάς πόλης φωτισμένα λάμπουν μες στο πρώτο μας βράδυ εκεί. Μια πόλη από λάσπη που επεκτάθηκε κάθετα, χτίζοντας τριώροφα από λάσπη για να μη βγει έξω από τα όρια της, παρασύρθηκε μια νύχτα του 1926 από μια επίμονη νεροποντή κι έλιωσε στην κυριολεξία. Λιωμένα χαλάσματα λοιπόν, φωτισμένα, ένας λόφος με στενά σοκάκια για να περπατούν τα φαντάσματα της ερήμου. Κι ένα καφέ χτισμένο εκεί, σε μια ξύλινη εξέδρα με θέα την πλατεία της καινούργιας Σίουα από τη μια και τις ξεραμένες λάσπες από την άλλη.
Οι βεδουίνοι έχουν μια παλικαριά στα πρόσωπα τους που την έχουν συνήθως οι βουνίσιοι άνθρωποι. Ίσως τα βουνά της άμμου που συναντάει κάθε μέρα το βλέμμα τους. Τα φλεγόμενα βουνά, για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Φορούν τις καλές τους κελεμπίες, τις «χριστουγεννιάτικες», από γυαλιστερή ποπλίνα. Σκαμμένα πρόσωπα, βλέμματα βαθιά και ευθεία. Μάτια πολλάκις πράσινα και ενίοτε ξανθά μαλλιά. Νέγρικα μαλλιά, ξανθά αλλά κατσαρά. Οι άντρες της όασης. Οι γυναίκες σπάνια κυκλοφορούν εκτός σπιτιού. Κι όσες είδαμε έμοιαζαν περισσότερο με μπόγους, χαμένες κυριολεκτικά μες στην μπούργκα τους όπως καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα οκλαδόν στην καρότσα που έσερναν τα γαϊδουράκια. Καρότσα με ελαστικά αυτοκινήτου τις περισσότερες φορές, το κυριότερο όχημα μεταφοράς στην όαση αυτή, είτε ιδιωτικής χρήσης, είτε δημοσίας, είτε ταξί. Στολισμένες με λογής λογής πλαστικά, φανταχτερά λουλούδια και χάντρες και με μια μικρή τέντα στα ταξί να ανακατεύουν τη σκόνη στους δρόμους. Πολλά ποδήλατα επίσης, πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, το ίδιο κι ακόμα περισσότερο στολισμένα , ένας απίστευτος ανταγωνισμός, που όμως όσο και να ήτανε κιτς, ταίριαζε στο τοπίο αφού μπορεί να θεωρηθεί ενσωματωμένο πολιτιστικό του στοιχείο.
Το επόμενο πρωί, η εικόνα συμπληρώθηκε από τα στολισμένα κοριτσάκια, σαν να επρόκειτο για μια τρελή βραδιά καρναβαλιού, όπου άλλο ήτανε ντυμένο βασίλισσα της νύχτας, άλλο βασίλισσα του χιονιού, άλλο Χιονάτη κι άλλο Σταχτοπούτα στο χορό του πρίγκιπα. Σατέν, τούλια, χάντρες, πούλιες κι οτιδήποτε λαμπιρίζον έγινε ρούχο τους και συμπληρώθηκε με τα αμέτρητα πλεξιδάκια στο κεφάλι και τα πολύχρωμα κι αμέτρητα επίσης τσιμπιδάκια. Τα αγοράκια φορούσαν όλα τις καλές τους κελεμπίες κι ένα μαύρο κεντητό γιλέκο από πάνω. Τύφλα νάχει το καρναβάλι του Ρίο-που δεν έχει Αντίρριο-.
Το μεσημέρι αυτής της μέρας μετά από ένα ελεύθερο πρωινό για περιήγηση στα λιγοστά μαγαζάκια, πήγαμε για φαγητό στο σπίτι του Βεδουίνου ξεναγού. Σε ένα δωμάτιο άδειο από έπιπλα, στρωμένο με κιλίμια, και δυο στενόμακρα πολύ χαμηλά τραπέζια, πήραμε το γεύμα μας, καθισμένοι οκλαδόν γύρω γύρω. Μπουτάκια κοτόπουλου, τοπικό ρύζι, μπάμιες με συκωτάκια πουλιών, λίγα τουρσιά, αγκινάρες, χούμους. Μετά το φαγητό, απαραίτητα το τσάι μας, σε μικρά κρασοπότηρα. Ακολούθησε η φυγή προς την έρημο.
Λίγα μέτρα έξω από το χωριό, τα τρία τζιπ που επιβιβάστηκε η παρέα σταμάτησαν να αφαιρέσουν αέρα από τα λάστιχα, να μπορούν να κινηθούν ευκολότερα στην άμμο. Λίγο μετά τις δύο, είδαμε τι θα πει έρημος. Έρημο κάθε λεξιλόγιο για να περιγράψει αυτό που μας περίμενε. Μπεζ της άμμου, γαλάζιο του ουρανού. Τίποτα άλλο. Το χτεσινοβραδινό αεράκι είχε σβήσει όλα τα ίχνη της προηγούμενης μέρας κι είχε αφήσει τα δικά του σαν κύματα πάνω στη άμμο. Βουνά άμμου δεξιά κι αριστερά, να παίζουν με τις σκιές τα χρώματα, υψώματα μεγάλα και κατηφοριές απότομες όπου βουτούσαν τα τζιπ ένα ένα κάθετα, σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο. Φωνές και γέλια, σαν να μας πήγαμε εκδρομή στο ρώσικο τρενάκι του λούνα παρκ, μια ντουζίνα μαντράχαλοι, μια ντουζίνα παιδιά αφυπνισμένα, που κυλίστηκαν στην άμμο, παίξανε με τα νερά των πηγών, φωτογράφισαν, φωτογραφήθηκαν, μάζεψαν απολιθωμένα κοχύλια-ναι, κάποτε εδώ ήταν θάλασσα-, είδαν τον ήλιο να πνίγεται στην πορτοκαλί πια άμμο, τη νύχτα να έρχεται, τα αστέρια και οι γαλαξίες να δίνουν παρόν, άλλα να πέφτουν κουρασμένα από το στερέωμα. Και τα παιδιά να επαναλαμβάνουν συνεχώς την ίδια λέξη. «Απίστευτο! »
Κατασκηνώσαμε στις παρυφές ενός αμμόλοφου. Τα τρία θεόρατα τζιπ, σχημάτισαν ένα πι κι εκεί ανάμεσα στρώθηκαν οι κουρελούδες και οι κουβέρτες όπου κοιμηθήκαμε μετρώντας τ’ άστρα και ξυπνήσαμε το άλλο πρωί με τη διαπίστωση ότι είμαστε πολλοί μικροί ακόμα για να μπορέσουμε να μετρήσουμε όλα αυτά που είδαμε. Εκεί που το βράδυ ανάψαμε φωτιά για να μαγειρέψουμε μια σούπα από λαχανικά και ρύζι πιλάφι και σαλάτες,εκεί γύρω φάγαμε, εκεί χορέψαμε τραγουδώντας, εκεί ψήσαμε το πρωί το τσάι μας. Τσάι στη Σαχάρα, χωρίς καμιά υπερβολή. Μόνοι μια χούφτα άνθρωποι, σε ένα απέραντο τοπίο άμμου κι ουρανού, απειροελάχιστοι κοντορεβιθούληδες εκστασιασμένοι. Δεν μπορεί. Υπάρχει θεός.
Ποια τύχη θα μπορούσε να το δημιουργήσει όλο αυτό. . . . Η πίστη που πάντα σώζει τον άνθρωπο από το ακατάληπτο. Μια τελευταία βόλτα με τα τζιπ το πρωί κι επιστροφή στην όαση, με αχόρταστα τα μάτια και μαγεμένο το μυαλό από τα ξωτικά της ερήμου, να υπόσχεται στο σώμα πως θα επαναλάβει τα ίδια βήματα το συντομότερο.
Οι πηγές της Κλεοπάτρας, το ιερό του Άμμωνα Δία που είχε επισκεφτεί κι ο Μεγαλέξανδρος, κάτι ρωμαϊκά κοιμητήρια, μια άλλη ερειπωμένη πόλη που είδαμε στη συνέχεια δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν πια το θαυμασμό μας. Τα μάγια της ερήμου παρέμειναν άλυτα.
Ο δρόμος της επιστροφής μας φάνηκε ατέλειωτος. Πώς να κουβαλήσεις τόσες βαριές καρδιές επτακόσια τόσα χιλιόμετρα; Το γαλάζιο της Μεσογείου που κουνιόταν να μας δείξει τη δική της σαγήνη, ευχάριστο αλλά λίγο. Κι εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, βρεθήκαμε στο μποτιλιάρισμα της επιστροφής, περιπλανώμενοι μιάμιση ώρα μες στην πόλη με βηματισμό χελώνας , προσπαθώντας να αποτινάξουμε από το μυαλό μας την μαγική άμμο που όταν πας να την πιάσεις γλιστράει μέσα από τις χούφτες σου κι όταν δεν τη θέλεις κολλάει επάνω σου, γιορτινό πουκάμισο. «. . . το τραγούδι της ερήμου που θα μ’ ακολουθεί. …»
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007
Παρασκευή 12-Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2000 κι επτά--Α' μέρος
Παρασκευή 12-Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
ΜΕΡΟΣ Α’
«Χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνουν. . .». Ούτε χιόνια εδώ, ούτε καμπαναριό, ούτε Χριστούγεννα. Όλα τα άλλα που φέρνει στη μνήμη το γιορτινό τραγούδι όμως, ίδια. Οι θρησκευτικοί ηγέτες παρακολουθώντας τη σελήνη στον ουρανό, την ακριβή στιγμή της νέας φάσης της, αποφασίζουν τέλος στο ραμαζάνι και στη νηστεία. Κάτι που δεν ισχύει για τις ίδιες μέρες σε όλο το μουσουλμανικό κόσμο. Ανάλογα με το φεγγάρι που βλέπει ο καθένας από τον τόπο του.
Το τετραήμερο της γιορτής του Αϊντ, κάτι σαν τα δικά μας Χριστούγεννα, άρχισε σήμερα. Με βρήκε το πρωί στις 7. 30, να περιμένω στο δρόμο-σε έναν πρωτοφανώς απελπιστικά άδειο δρόμο- με μια παρέα φίλων το μίνι μπας που θα μας πάει στην όαση της Σίβας ή της Σίουα όπως τη λένε εδώ. Το ραντεβού απεδείχθη εντελώς αραβικό. Ο οδηγός ήρθε τελικά μετά από πολλά τηλεφωνήματα και νεύρα μετά από μία ώρα. Ευτυχώς το λεωφορειάκι ήταν ολοκαίνουργιο, έντεκα θέσεων και ξεκίνησε με έξι χαρούμενους επιβάτες.
Πρώτη στάση λίγο μόλις έξω από το Κάιρο, σε ένα καφέ της εθνικής οδού Κάιρο-Αλεξάνδρεια. Μόνο που περιέργως ήταν ασυγκρίτως καλύτερο και καθαρότερο από τα ανάλογα της Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Με το πιο νόστιμο καπουτσίνο που ήπια εδώ. Καλός οιωνός. Το λίγο έξω από το Κάιρο εννοείται όμως μόνο ως χωροθέτηση. Γιατί για να φτάσουμε ως εκεί χρειάστηκε να διανύσουμε δεκάδες χιλιόμετρα πόλης και μία ακόμα ώρα καθώς με την αργοπορία του οδηγού είχε αρχίσει ήδη η κίνηση του εορταστικού τετραήμερου. Κάτι ανάλογο με την άτακτη φυγή των αθηναίων.
Δεύτερη στάση μετά από περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα στη μέση ενός ερημικού τοπίου. Απέραντη ακαλλιέργητη έκταση με κάποια σκίνα ατάκτως ειρημένα. όπου και να έστρεφες το μάτι περίπου ίδιο το τοπίο. Πέτρες, σκίνα και σκουπίδια στις παρυφές του δρόμου.
Μετά από ακόμα τόσα χιλιόμετρα, διανύοντας ουσιαστικά μετά από κάποιο σημείο έναν δρόμο παράλληλο των ακτογραμμών της Μεσογείου, καταφέραμε να κλέβουμε ματιές στη θάλασσα όσο μας επέτρεπε η άναρχη και πυκνή δόμηση κατά μήκος των ακτών. Τρίτη στάση μας, στο Ελ Αλαμέιν, σε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα πλάι στη θάλασσα. Και τι θάλασσα! Γαλαζοπράσινη με λευκή άμμο και απέραντες αμμουδιές. Εκτός τουριστικής σαιζόν η εποχή, άδεια η παραλία με τις ψάθινες ομπρέλες παραδομένες στην αύρα. Δεν μπορούσε η ψυχή παρά να αναφωνήσει «Θάλαττα! Θάλαττα». Καλά τα μεγάλα ποτάμια που διασχίζουν τις πόλεις αλλά η ομορφιά εν προκειμένω ανάλογη του μεγέθους. Ποιος Νείλος μπορεί να συγκριθεί με τη Μεσόγειο και μάλιστα στα καλύτερα της; Παίξαμε με την άμμο, χαϊδέψαμε το νερό, φάγαμε ψαράκι ψητό και ξαναφορτωθήκαμε στο λεωφορειάκι για να συνεχίσουμε να φανταζόμαστε τη θάλασσα πίσω από τα κτήρια, για αρκετά χιλιόμετρα ακόμη, όσο προχωρούσαμε παράλληλα στη μεσόγειο. Όταν πια τα σπίτια τέλειωσαν, τέλειωσε κι η θάλασσα σε μια αριστερή στροφή. Χώμα, πετρούλες και χώμα μόνο, με ακόμα πιο αραιά σκίνα, μέχρι που κάθε βλάστηση χάθηκε τελείως.
Σε ένα τέτοιο τοπίο που διέσχιζε μια καλοσυντηρημένη άσφαλτος, έγινε η τέταρτη στάση για να βάλουμε βενζίνη και λίγο αέρα στα λάστιχα, μιας και δεν υπήρχε πια άλλο βενζινάδικο στο δρόμο μας και θέλαμε τουλάχιστον τριακόσια χιλιόμετρα ακόμα. Δυο τρία μαγαζάκια της συμφοράς, καμιά πενηνταριά άντρες, με κελεμπία ντυμένοι και με χαρακτηριστικά άγρια από τον ήλιο, μια ιδιαίτερη ομορφιά κάποιοι από αυτούς. Η βερβέρικη φυλή, ξεχωρίζει από τους φαραωνίτες. Και είμαστε πια στα μέρη τους. Στις αρχές του άγριου ερημικού τοπίου που θύμιζε περισσότερο τοπίο σεληνιακό κι όχι αυτό που μας έρχεται στο νού όταν λέμε «έρημος».
Στην Πέμπτη στάση πια νιώθαμε ότι περπατάμε στο φεγγάρι ή στην άγρια δύση, σε επίπεδη όμως μορφή. Ούτε βουνά, ούτε καν ένα λοφάκι. Το μόνο που εξείχε το μικρό καφενεδάκι που καθίσαμε για τσάι. Τσάι στο πουθενά. Σε ένα χάλασμα να το πώ; Ερείπιο; Όπως και να το πω με τούβλα ήταν πάντως χτισμένο. Με καρέκλες σαν από μπαμπού αλλά όχι ακριβώς κι ένα ραδιοφωνάκι της συμφοράς, συνδεμένο πρόχειρα με μπαταρία αυτοκινήτου, να παίζει μουσική. Κόντεψε να μας καθίσει το τσάι στο λαιμό, όταν κάποια στιγμή ο ένας από τους δύο νεαρούς που έψαχνε να βρει άλλο σταθμό στο ραδιοφωνάκι, συντονίστηκε κάπου που του άρεσε και το άφησε. Μας άφησε και μας άναυδους να ακούμε, εκεί στο πουθενά, «θα ζήσω ελεύθερο πουλί κι όχι κορόιδο στο κλουβί» εν μέσω πολλών παράσιτων μεν, αλλά καθαρά δε. Για οφθαλμαπάτες στη έρημο κάτι είχαμε ακούσει. Για ακουστικές απάτες όμως δεν μας μίλησε κανείς. Και ναι, δεν ήταν απάτη. Ήταν η φωνή του Χριστάκη. Δεν θέλαμε κι εμείς πολύ για να αρχίσουμε να σιγοντάρουμε εν χορώ και να χορεύουμε ζεϊμπέκικο της ερήμου, κυριολεκτικά. Χάθηκε κάποια στιγμή το σήμα, τέρμα οι χοροί και τα τραγούδια. Ψάχνει ο άναυδος ταλαίπωρος άλλο σταθμό και ξαφνικά δεύτερο «γκλουπ!». Συνομιλία δημοσιογράφου με τοπικό στέλεχος από κάποιο ραδιόφωνο της Κρήτης. Παράλογοοοο! ! ! Δεν απαντά κανείς. Άρα λογικό. Και βέβαια λογικό. Βρισκόμαστε περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μέσα από την ακτή σε ένα εντελώς επίπεδο τοπίο λίγο νοτιότερα της Κρήτης. Ότι πρέπει για τα ραδιοφωνικά κύματα να ρθούνε και να σκάσουνε στα αυτιά μας. Αφού ήπιαμε το τσάι, χαζέψαμε το ηλιοβασίλεμα, σαν να θάβεται ο ήλιος στο χώμα και ξεκινήσαμε μες στο σούρουπο για το υπόλοιπο των εκατόν πενήντα χιλιομέτρων που θα μας έβγαζε στη Σίουα,ναι, ναι, τη Σίβα, μια όαση, τριάντα χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Λιβύη.
Καθώς νύχτωνε, το μόνο που φαινόνταν πια ήταν η ασφαλτος που φωτιζότανε από τους προβολείς. Πολύ αραιά μπορεί και τα φώτα κάποιου αυτοκίνητου που εγκατέλειπε την όαση. Όταν συναντήσαμε τους πρώτους φοίνικες, συναντήσαμε και κάποιους στρατιώτες στην άκρη του δρόμου και αμέσως μετά, φως στο τούνελ, στο σκοτάδι ήθελα να πω. Τα φώτα της όασης έλαμπαν σαν μικρά επίγεια αστέρια. Μπήκαμε σε ένα χωριό, σαν εγκαταλειμμένο από θεούς και ανθρώπους, με δρόμους από χώμα που ίσως στρώθηκαν κάποτε από άσφαλτο αλλά στο μεταξύ είχαν χαλάσει.Όταν πια είδαμε τους πρώτους Βερβερίνους να σέρνουν τις άσπρες τους κελεμπίες πλησιάζαμε στην πλατεία του χωριού , την οποία διασχίσαμε κάθετα και μπαίνοντας σε ένα στενό δρόμο, σταματήσαμε εκατό μέτρα πιο πέρα, μπροστά στο ξενοδοχείο που θα μέναμε, ένα συγκρότημα από μικρά σπιτάκια-δωμάτια μέσα σε ένα φοινικόδασος, με στενούς διαδρόμους ανάμεσό τους. Τα λίγα φώτα και οι σκιές έφτιαχναν να φαίνεται πραγματικός παράδεισος το oasis paradise.Μόλις επτακόσια πενήντα περίπου χιλιόμετρα από το Κάιρο.
ΜΕΡΟΣ Α’
«Χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνουν. . .». Ούτε χιόνια εδώ, ούτε καμπαναριό, ούτε Χριστούγεννα. Όλα τα άλλα που φέρνει στη μνήμη το γιορτινό τραγούδι όμως, ίδια. Οι θρησκευτικοί ηγέτες παρακολουθώντας τη σελήνη στον ουρανό, την ακριβή στιγμή της νέας φάσης της, αποφασίζουν τέλος στο ραμαζάνι και στη νηστεία. Κάτι που δεν ισχύει για τις ίδιες μέρες σε όλο το μουσουλμανικό κόσμο. Ανάλογα με το φεγγάρι που βλέπει ο καθένας από τον τόπο του.
Το τετραήμερο της γιορτής του Αϊντ, κάτι σαν τα δικά μας Χριστούγεννα, άρχισε σήμερα. Με βρήκε το πρωί στις 7. 30, να περιμένω στο δρόμο-σε έναν πρωτοφανώς απελπιστικά άδειο δρόμο- με μια παρέα φίλων το μίνι μπας που θα μας πάει στην όαση της Σίβας ή της Σίουα όπως τη λένε εδώ. Το ραντεβού απεδείχθη εντελώς αραβικό. Ο οδηγός ήρθε τελικά μετά από πολλά τηλεφωνήματα και νεύρα μετά από μία ώρα. Ευτυχώς το λεωφορειάκι ήταν ολοκαίνουργιο, έντεκα θέσεων και ξεκίνησε με έξι χαρούμενους επιβάτες.
Πρώτη στάση λίγο μόλις έξω από το Κάιρο, σε ένα καφέ της εθνικής οδού Κάιρο-Αλεξάνδρεια. Μόνο που περιέργως ήταν ασυγκρίτως καλύτερο και καθαρότερο από τα ανάλογα της Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Με το πιο νόστιμο καπουτσίνο που ήπια εδώ. Καλός οιωνός. Το λίγο έξω από το Κάιρο εννοείται όμως μόνο ως χωροθέτηση. Γιατί για να φτάσουμε ως εκεί χρειάστηκε να διανύσουμε δεκάδες χιλιόμετρα πόλης και μία ακόμα ώρα καθώς με την αργοπορία του οδηγού είχε αρχίσει ήδη η κίνηση του εορταστικού τετραήμερου. Κάτι ανάλογο με την άτακτη φυγή των αθηναίων.
Δεύτερη στάση μετά από περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα στη μέση ενός ερημικού τοπίου. Απέραντη ακαλλιέργητη έκταση με κάποια σκίνα ατάκτως ειρημένα. όπου και να έστρεφες το μάτι περίπου ίδιο το τοπίο. Πέτρες, σκίνα και σκουπίδια στις παρυφές του δρόμου.
Μετά από ακόμα τόσα χιλιόμετρα, διανύοντας ουσιαστικά μετά από κάποιο σημείο έναν δρόμο παράλληλο των ακτογραμμών της Μεσογείου, καταφέραμε να κλέβουμε ματιές στη θάλασσα όσο μας επέτρεπε η άναρχη και πυκνή δόμηση κατά μήκος των ακτών. Τρίτη στάση μας, στο Ελ Αλαμέιν, σε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα πλάι στη θάλασσα. Και τι θάλασσα! Γαλαζοπράσινη με λευκή άμμο και απέραντες αμμουδιές. Εκτός τουριστικής σαιζόν η εποχή, άδεια η παραλία με τις ψάθινες ομπρέλες παραδομένες στην αύρα. Δεν μπορούσε η ψυχή παρά να αναφωνήσει «Θάλαττα! Θάλαττα». Καλά τα μεγάλα ποτάμια που διασχίζουν τις πόλεις αλλά η ομορφιά εν προκειμένω ανάλογη του μεγέθους. Ποιος Νείλος μπορεί να συγκριθεί με τη Μεσόγειο και μάλιστα στα καλύτερα της; Παίξαμε με την άμμο, χαϊδέψαμε το νερό, φάγαμε ψαράκι ψητό και ξαναφορτωθήκαμε στο λεωφορειάκι για να συνεχίσουμε να φανταζόμαστε τη θάλασσα πίσω από τα κτήρια, για αρκετά χιλιόμετρα ακόμη, όσο προχωρούσαμε παράλληλα στη μεσόγειο. Όταν πια τα σπίτια τέλειωσαν, τέλειωσε κι η θάλασσα σε μια αριστερή στροφή. Χώμα, πετρούλες και χώμα μόνο, με ακόμα πιο αραιά σκίνα, μέχρι που κάθε βλάστηση χάθηκε τελείως.
Σε ένα τέτοιο τοπίο που διέσχιζε μια καλοσυντηρημένη άσφαλτος, έγινε η τέταρτη στάση για να βάλουμε βενζίνη και λίγο αέρα στα λάστιχα, μιας και δεν υπήρχε πια άλλο βενζινάδικο στο δρόμο μας και θέλαμε τουλάχιστον τριακόσια χιλιόμετρα ακόμα. Δυο τρία μαγαζάκια της συμφοράς, καμιά πενηνταριά άντρες, με κελεμπία ντυμένοι και με χαρακτηριστικά άγρια από τον ήλιο, μια ιδιαίτερη ομορφιά κάποιοι από αυτούς. Η βερβέρικη φυλή, ξεχωρίζει από τους φαραωνίτες. Και είμαστε πια στα μέρη τους. Στις αρχές του άγριου ερημικού τοπίου που θύμιζε περισσότερο τοπίο σεληνιακό κι όχι αυτό που μας έρχεται στο νού όταν λέμε «έρημος».
Στην Πέμπτη στάση πια νιώθαμε ότι περπατάμε στο φεγγάρι ή στην άγρια δύση, σε επίπεδη όμως μορφή. Ούτε βουνά, ούτε καν ένα λοφάκι. Το μόνο που εξείχε το μικρό καφενεδάκι που καθίσαμε για τσάι. Τσάι στο πουθενά. Σε ένα χάλασμα να το πώ; Ερείπιο; Όπως και να το πω με τούβλα ήταν πάντως χτισμένο. Με καρέκλες σαν από μπαμπού αλλά όχι ακριβώς κι ένα ραδιοφωνάκι της συμφοράς, συνδεμένο πρόχειρα με μπαταρία αυτοκινήτου, να παίζει μουσική. Κόντεψε να μας καθίσει το τσάι στο λαιμό, όταν κάποια στιγμή ο ένας από τους δύο νεαρούς που έψαχνε να βρει άλλο σταθμό στο ραδιοφωνάκι, συντονίστηκε κάπου που του άρεσε και το άφησε. Μας άφησε και μας άναυδους να ακούμε, εκεί στο πουθενά, «θα ζήσω ελεύθερο πουλί κι όχι κορόιδο στο κλουβί» εν μέσω πολλών παράσιτων μεν, αλλά καθαρά δε. Για οφθαλμαπάτες στη έρημο κάτι είχαμε ακούσει. Για ακουστικές απάτες όμως δεν μας μίλησε κανείς. Και ναι, δεν ήταν απάτη. Ήταν η φωνή του Χριστάκη. Δεν θέλαμε κι εμείς πολύ για να αρχίσουμε να σιγοντάρουμε εν χορώ και να χορεύουμε ζεϊμπέκικο της ερήμου, κυριολεκτικά. Χάθηκε κάποια στιγμή το σήμα, τέρμα οι χοροί και τα τραγούδια. Ψάχνει ο άναυδος ταλαίπωρος άλλο σταθμό και ξαφνικά δεύτερο «γκλουπ!». Συνομιλία δημοσιογράφου με τοπικό στέλεχος από κάποιο ραδιόφωνο της Κρήτης. Παράλογοοοο! ! ! Δεν απαντά κανείς. Άρα λογικό. Και βέβαια λογικό. Βρισκόμαστε περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μέσα από την ακτή σε ένα εντελώς επίπεδο τοπίο λίγο νοτιότερα της Κρήτης. Ότι πρέπει για τα ραδιοφωνικά κύματα να ρθούνε και να σκάσουνε στα αυτιά μας. Αφού ήπιαμε το τσάι, χαζέψαμε το ηλιοβασίλεμα, σαν να θάβεται ο ήλιος στο χώμα και ξεκινήσαμε μες στο σούρουπο για το υπόλοιπο των εκατόν πενήντα χιλιομέτρων που θα μας έβγαζε στη Σίουα,ναι, ναι, τη Σίβα, μια όαση, τριάντα χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Λιβύη.
Καθώς νύχτωνε, το μόνο που φαινόνταν πια ήταν η ασφαλτος που φωτιζότανε από τους προβολείς. Πολύ αραιά μπορεί και τα φώτα κάποιου αυτοκίνητου που εγκατέλειπε την όαση. Όταν συναντήσαμε τους πρώτους φοίνικες, συναντήσαμε και κάποιους στρατιώτες στην άκρη του δρόμου και αμέσως μετά, φως στο τούνελ, στο σκοτάδι ήθελα να πω. Τα φώτα της όασης έλαμπαν σαν μικρά επίγεια αστέρια. Μπήκαμε σε ένα χωριό, σαν εγκαταλειμμένο από θεούς και ανθρώπους, με δρόμους από χώμα που ίσως στρώθηκαν κάποτε από άσφαλτο αλλά στο μεταξύ είχαν χαλάσει.Όταν πια είδαμε τους πρώτους Βερβερίνους να σέρνουν τις άσπρες τους κελεμπίες πλησιάζαμε στην πλατεία του χωριού , την οποία διασχίσαμε κάθετα και μπαίνοντας σε ένα στενό δρόμο, σταματήσαμε εκατό μέτρα πιο πέρα, μπροστά στο ξενοδοχείο που θα μέναμε, ένα συγκρότημα από μικρά σπιτάκια-δωμάτια μέσα σε ένα φοινικόδασος, με στενούς διαδρόμους ανάμεσό τους. Τα λίγα φώτα και οι σκιές έφτιαχναν να φαίνεται πραγματικός παράδεισος το oasis paradise.Μόλις επτακόσια πενήντα περίπου χιλιόμετρα από το Κάιρο.
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007
Τρίτη 9-Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Τρίτη 9-Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Κατεβαίνοντας ο Νείλος να ξεδιψάσει τη Μεσόγειο, κατεβάζει μαζί του ένα γλυκό αεράκι , με όλα τα αρώματα της διαδρομής, που δροσίζει το Κάιρο. Είναι μερικές φορές όμως που αυτός ο αέρας σου ανακατεύει τα μαλλιά, τη διάθεση, τα βήματα κι όλα γίνονται μαλλιά κουβάρια μέσα σου και γύρω από τυχαία γεγονότα που αν μπορούσες να δεις σε play back θα τα έσβηνες γρήγορα με τη γομολάστιχα για να μη σου λερώσουν το κατάλευκο σεντόνι του ονείρου. Σταγόνες ξεχασμένης σκουριάς από μια βρύση που δεν έκλεισες σφιχτά. Κι άντε πάλι στην μπουγάδα τ’ όνειρο, απορρυπαντικό με μπλε και πράσινους κόκκους ελπίδας, μαλακτικό εύοσμης ανάμνησης και λευκαντικό χαμένης αθωότητας. Στα σχοινιά του χρόνου απλωμένο πια, σε έναν ήλιο που καίει, κρατημένο σφιχτά από τα μανταλάκια της αισιοδοξίας να μην το πάρει το αεράκι του Νείλου και το σκορπίσει ιπτάμενο χωρίς επιβάτη στην καινούργια γειτονιά και στην παλιά θλίψη.
Κατεβαίνοντας ο Νείλος να ξεδιψάσει τη Μεσόγειο, κατεβάζει μαζί του ένα γλυκό αεράκι , με όλα τα αρώματα της διαδρομής, που δροσίζει το Κάιρο. Είναι μερικές φορές όμως που αυτός ο αέρας σου ανακατεύει τα μαλλιά, τη διάθεση, τα βήματα κι όλα γίνονται μαλλιά κουβάρια μέσα σου και γύρω από τυχαία γεγονότα που αν μπορούσες να δεις σε play back θα τα έσβηνες γρήγορα με τη γομολάστιχα για να μη σου λερώσουν το κατάλευκο σεντόνι του ονείρου. Σταγόνες ξεχασμένης σκουριάς από μια βρύση που δεν έκλεισες σφιχτά. Κι άντε πάλι στην μπουγάδα τ’ όνειρο, απορρυπαντικό με μπλε και πράσινους κόκκους ελπίδας, μαλακτικό εύοσμης ανάμνησης και λευκαντικό χαμένης αθωότητας. Στα σχοινιά του χρόνου απλωμένο πια, σε έναν ήλιο που καίει, κρατημένο σφιχτά από τα μανταλάκια της αισιοδοξίας να μην το πάρει το αεράκι του Νείλου και το σκορπίσει ιπτάμενο χωρίς επιβάτη στην καινούργια γειτονιά και στην παλιά θλίψη.
Περπατάω ακροβατώντας στις περιφέρειες εφαπτόμενων κύκλων, προσέχοντας να μην χάσω τη γραμμή κάτω από τα πόδια μου και βγω έξω από τον κύκλο που διάλεξα, να μην πέσω μέσα στον κύκλο που με διάλεξε. Δίχτυ ασφαλείας το χαμόγελο που δεν ξεράθηκε, απλά απότιστο λύγισε τα άνθη του, έχασε τον προσανατολισμό του αλλά όχι το άρωμα του. Παραπαίω ανάμεσα σε αυτά που ήθελα να ξεχάσω και μια υπενθύμιση βάρβαρη μου τα ξαναφέρνει στο μυαλό, όπως το ξυπνητήρι χτυπάει άγρια μες στα χαράματα και το όνειρο διακόπτεται αιφνίδια. Άπλωσα το χέρι κι έκλεισα το ξυπνητήρι. Όχι δεν θέλω να ξυπνήσω. Θα συνεχίσω να ονειρεύομαι. Κουράστηκα ξάγρυπνος χρόνια να παραδίνομαι στα χημικά όνειρα του υπνοστεντόν, στις ψευδαισθήσεις που εν γνώσει μου αφέθηκα από ανάγκη να συμπληρώσω ένσημα , να εξασφαλίσω το μέλλον σε ένα ανασφαλές παρόν. Όχι δεν θέλω να ξυπνήσω. Ας χτυπήσουν όσα ξυπνητήρια θέλουν. Δεν ακούω. Ονειρεύομαι. . .
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Αποφράδα ημέρα που θα ήθελα να μην καταγραφεί. Δεν αντέχεται ούτε σαν επανάληψη με λέξεις.Ένα στιχάκι θα υπονοήσει γι' αυτήν όσα η μνήμη αρνείται να θυμηθεί. Ουδέν άλλο σχόλιο.
ΤΑ ΞΥΡΑΦΙΑ
Και βγήκε πάλι ο καιρός με τα ξυράφια
να ‘βρει ένα σώμα ή μια μνήμη να χαράξει
κι όπως περπάταγα ανάμεσα στ’ αγκάθια
έστειλε να ’ρθει μια Στιγμή να με φωνάξει.
Κοίταξα πίσω μου και μέσα μου και γύρω
να δω ποιο λάθος κουβαλώ χωρίς να ξέρω
ποια νύχτα μ’ άφησε επάνω της να γείρω
και σαν φεγγάρι στη ζωή μου ανατέλλω.
Είδα το φάντασμα του κόσμου να γελάει
κι εγώ συνέχισα να μην καταλαβαίνω
αυτός ο δρόμος που πορεύομαι πού πάει
και τι θα΄ ρθεί, εκεί που δεν το περιμένω.
Και ήρθε δίπλα ο καιρός με τα ξυράφια
το αίμα άρχιζε στο πάτωμα να στάζει
σαν τριαντάφυλλο που κράτησε τ’ αγκάθια
κι όλα τα φύλλα στον αέρα τα μοιράζει.
ΤΑ ΞΥΡΑΦΙΑ
Και βγήκε πάλι ο καιρός με τα ξυράφια
να ‘βρει ένα σώμα ή μια μνήμη να χαράξει
κι όπως περπάταγα ανάμεσα στ’ αγκάθια
έστειλε να ’ρθει μια Στιγμή να με φωνάξει.
Κοίταξα πίσω μου και μέσα μου και γύρω
να δω ποιο λάθος κουβαλώ χωρίς να ξέρω
ποια νύχτα μ’ άφησε επάνω της να γείρω
και σαν φεγγάρι στη ζωή μου ανατέλλω.
Είδα το φάντασμα του κόσμου να γελάει
κι εγώ συνέχισα να μην καταλαβαίνω
αυτός ο δρόμος που πορεύομαι πού πάει
και τι θα΄ ρθεί, εκεί που δεν το περιμένω.
Και ήρθε δίπλα ο καιρός με τα ξυράφια
το αίμα άρχιζε στο πάτωμα να στάζει
σαν τριαντάφυλλο που κράτησε τ’ αγκάθια
κι όλα τα φύλλα στον αέρα τα μοιράζει.
Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου-Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου-Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2000 κι επτά
Το ραμαζάνι είχε αρχίσει δυο μέρες πριν φύγω στην Ελλάδα. Δεν είχα προλάβει να καταλάβω. Σ’ αυτό το διάστημα όμως μετά την επιστροφή μου, κατάλαβα.Απο την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, δεν πίνει-ούτε νερό-, δεν καπνίζει, δεν τρώει κανένας. Αποχή από το σεξ όλο το 24ωρο, όλη τη διάρκεια της νηστείας. Τα μάτια προσποιούνται αδιαφορία, τα χείλη προσποιούνται δροσιά, τα σώματα προσποιούνται ασκητική. Τα παραδοσιακά καφενεία έχουν βάψει τα τζάμια με άσπρη μπογιά, ώστε την ημέρα όλο και κάποιοι κρυμμένοι εκεί μέσα να κάνουν τον αργιλέ τους και να πίνουν το τσαγάκι τους. Στο μετρό συναντάω καθημερινά ανθρώπους όλων των ηλικιών με ένα Κοράνι στα χέρια να σιγοψιθυρίζουν τα λόγια του. Βιβλιαράκια σε όλες τις μορφές. Μικρά, μεγάλα, δερμάτινα κι άλλα σε ειδικές θήκες με φερμουάρ.
Οι ρυθμοί της πόλης έχουν αλλάξει. Τα πρωινά αργούν ν ανοίξουν τα μαγαζιά. Τα βράδια κλείνουν πάλι πολύ αργά. Η νύχτα και η ημέρα άλλαξαν θέσεις.
Λίγο πριν τη δύση του ηλίου γεμίζουν πεζόδρομοι και πεζοδρόμια με τραπέζια, όπου κάθονται όλοι γύρω γύρω με το φαγητό σερβιρισμένο ήδη και περιμένουν τη δύση του ήλιου και το κάλεσμα του μουεζίνη να πέσουν λυσσασμένοι πάνω στα φαγητά. Λίγο πριν τη δύση τίποτα δεν κινείται στην πόλη σχεδόν. Μαρμαρωμένοι όλοι περιμένουν το κάλεσμα. Όσοι δεν μπορούν ν αφήσουν τα καταστήματα τους στρώνουν κατάχαμα τα καλούδια τους και περιμένουν εκεί τη μαγική λέξη που βάζει φωτά στα πιρούνια. Αργά το βράδυ πάλι, μετά τις τρεις κι ως το ξημέρωμα βλέπεις συνεχώς ανθρώπους να τρώνε παντού, για να αντέξουν τη δωδεκάωρη καθημερινή νηστεία. Μια στιγμή είδα μια γυναίκα να λιγοθυμάει στο δρόμο και να προσπαθούν να τη συνεφέρουν χωρίς νερό. (ίσως να ήταν μεμονωμένο περιστατικό). Τις ώρες της προσευχής και ειδικά Παρασκευή πρωί, οι δρόμοι στρώνονται με χαλιά όπου όλοι γονατίζουν και προσεύχονται χτυπώντας το κούτελο στο πάτωμα. (Οι πιο θρησκευόμενοι έχουν εκ τούτου μια μελανιά στο δόξα πατρί κι αναγνωρίζονται εύκολα) Δεν τολμώ να κάνω συγκρίσεις με το γνωστό μου τελετουργικό και τη συμμετοχή του κόσμου. Οι άνθρωποι εδώ είναι παραδομένοι.
Τα σπίτια είναι στολισμένα με πολύχρωμα φανάρια στη θέση των χριστουγεννιάτικων δέντρων. Οι χριστουγεννιάτικες χρυσαφιές γιρλάντες στολίζουν βιτρίνες. Ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους να αγοράζει γιορτινά ρούχα. Πατείς με πατώ σε, πάντα μετά τις επτά. Σε κάθε αγορά γίνεται το αδιαχώρητο όπως στην Ερμού, στα Τζάμπο και στη Βαρβάκειο τις παραμονές Χριστουγέννων. Στους δρόμους παντού το αδιαχώρητο. Κι όσο πλησιάζει η τετραήμερη γιορτή-αργία του Αϊντ, τόσο περισσότερη λύσσα για ψώνια. Στα τουριστικά θέρετρα, έχουν ήδη κανονιστεί οι διακοπές με κυριότερη προτίμηση τα παραθαλάσσια της Ερυθράς θάλασσας, το Ασσουάν και το Λούξορ.
Κοντά στους ντόπιους μουσουλμάνους και οι κόπτες χριστιανοί, όπως και οι ξένοι, αποφεύγουν να καπνίζουν, να πίνουν, να τρώνε δημόσια κατά τη διάρκεια της ημέρας
για το μη εισενέγκεις αυτούς εις πειρασμόν. Και οι μέρες προετοιμασίας της γιορτής περνούν ξώφαλτσα από γύρω μου, με ένα υποχθόνιο χαμόγελο για τις ζαβολιές που γίνονται αναμφιβόλως αλλά δεν ομολογούνται.
Το ραμαζάνι είχε αρχίσει δυο μέρες πριν φύγω στην Ελλάδα. Δεν είχα προλάβει να καταλάβω. Σ’ αυτό το διάστημα όμως μετά την επιστροφή μου, κατάλαβα.Απο την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, δεν πίνει-ούτε νερό-, δεν καπνίζει, δεν τρώει κανένας. Αποχή από το σεξ όλο το 24ωρο, όλη τη διάρκεια της νηστείας. Τα μάτια προσποιούνται αδιαφορία, τα χείλη προσποιούνται δροσιά, τα σώματα προσποιούνται ασκητική. Τα παραδοσιακά καφενεία έχουν βάψει τα τζάμια με άσπρη μπογιά, ώστε την ημέρα όλο και κάποιοι κρυμμένοι εκεί μέσα να κάνουν τον αργιλέ τους και να πίνουν το τσαγάκι τους. Στο μετρό συναντάω καθημερινά ανθρώπους όλων των ηλικιών με ένα Κοράνι στα χέρια να σιγοψιθυρίζουν τα λόγια του. Βιβλιαράκια σε όλες τις μορφές. Μικρά, μεγάλα, δερμάτινα κι άλλα σε ειδικές θήκες με φερμουάρ.
Οι ρυθμοί της πόλης έχουν αλλάξει. Τα πρωινά αργούν ν ανοίξουν τα μαγαζιά. Τα βράδια κλείνουν πάλι πολύ αργά. Η νύχτα και η ημέρα άλλαξαν θέσεις.
Λίγο πριν τη δύση του ηλίου γεμίζουν πεζόδρομοι και πεζοδρόμια με τραπέζια, όπου κάθονται όλοι γύρω γύρω με το φαγητό σερβιρισμένο ήδη και περιμένουν τη δύση του ήλιου και το κάλεσμα του μουεζίνη να πέσουν λυσσασμένοι πάνω στα φαγητά. Λίγο πριν τη δύση τίποτα δεν κινείται στην πόλη σχεδόν. Μαρμαρωμένοι όλοι περιμένουν το κάλεσμα. Όσοι δεν μπορούν ν αφήσουν τα καταστήματα τους στρώνουν κατάχαμα τα καλούδια τους και περιμένουν εκεί τη μαγική λέξη που βάζει φωτά στα πιρούνια. Αργά το βράδυ πάλι, μετά τις τρεις κι ως το ξημέρωμα βλέπεις συνεχώς ανθρώπους να τρώνε παντού, για να αντέξουν τη δωδεκάωρη καθημερινή νηστεία. Μια στιγμή είδα μια γυναίκα να λιγοθυμάει στο δρόμο και να προσπαθούν να τη συνεφέρουν χωρίς νερό. (ίσως να ήταν μεμονωμένο περιστατικό). Τις ώρες της προσευχής και ειδικά Παρασκευή πρωί, οι δρόμοι στρώνονται με χαλιά όπου όλοι γονατίζουν και προσεύχονται χτυπώντας το κούτελο στο πάτωμα. (Οι πιο θρησκευόμενοι έχουν εκ τούτου μια μελανιά στο δόξα πατρί κι αναγνωρίζονται εύκολα) Δεν τολμώ να κάνω συγκρίσεις με το γνωστό μου τελετουργικό και τη συμμετοχή του κόσμου. Οι άνθρωποι εδώ είναι παραδομένοι.
Τα σπίτια είναι στολισμένα με πολύχρωμα φανάρια στη θέση των χριστουγεννιάτικων δέντρων. Οι χριστουγεννιάτικες χρυσαφιές γιρλάντες στολίζουν βιτρίνες. Ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους να αγοράζει γιορτινά ρούχα. Πατείς με πατώ σε, πάντα μετά τις επτά. Σε κάθε αγορά γίνεται το αδιαχώρητο όπως στην Ερμού, στα Τζάμπο και στη Βαρβάκειο τις παραμονές Χριστουγέννων. Στους δρόμους παντού το αδιαχώρητο. Κι όσο πλησιάζει η τετραήμερη γιορτή-αργία του Αϊντ, τόσο περισσότερη λύσσα για ψώνια. Στα τουριστικά θέρετρα, έχουν ήδη κανονιστεί οι διακοπές με κυριότερη προτίμηση τα παραθαλάσσια της Ερυθράς θάλασσας, το Ασσουάν και το Λούξορ.
Κοντά στους ντόπιους μουσουλμάνους και οι κόπτες χριστιανοί, όπως και οι ξένοι, αποφεύγουν να καπνίζουν, να πίνουν, να τρώνε δημόσια κατά τη διάρκεια της ημέρας
για το μη εισενέγκεις αυτούς εις πειρασμόν. Και οι μέρες προετοιμασίας της γιορτής περνούν ξώφαλτσα από γύρω μου, με ένα υποχθόνιο χαμόγελο για τις ζαβολιές που γίνονται αναμφιβόλως αλλά δεν ομολογούνται.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)